Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Μπραζίλ

Εκείνο το παλιό και μάλλον άχαρο τραγουδάκι που έλεγε Μπραζίλ, Μπραζίλ το θυμάστε; ήταν μία αλόγα που χοροπήδαγε πάνω στα υπερμεγέθη τακούνια της και προσπαθούσε να συγκρατήσει τους ανανάδες και τις καρύδες πάνω στο κεφάλι της, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ήταν των παιδικών μας χρόνων το απωθημένο. Η αλόγα και η Ραφαέλα Καρά!

Φοράγαμε με την αδελφή μου κάτι κόκκινα – καρπουζί ζιβάγκο και τα σφηνώναμε πάνω στο κεφάλι μας ώστε να τα κάνουμε σαν μακριά μαλλιά, και αρχίζαμε να χοροπηδάμε πάνω στα κρεβάτια και να κουνάμε πάνω - κάτω τα καρπουζί μαλλιά μας και να τραγουδάμε, τακα τακα τακα τακα τακα τααααα … ώσπου η μητέρα πάθαινε νευρικό κλονισμό και ήθελε να μας δώσει στους γύφτους. Αυτό όμως δεν γινότανε, γιατί οι γύφτοι δεν μας θέλανε φαίνεται και έτσι ήταν πολύ δυστυχισμένη.

Πως μου ήρθαν όλα αυτά; μα εδώ και χρόνια ζούμε την εποχή τη Βραζιλιάνικης πολιτισμικής κυριαρχίας. Ο Λούλα, μπορεί να κατάφερε κάτι για τους συμπολίτες του αλλά δεν εντυπωσίασε με το κουμουνιστοκαπιταλισμό του το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα. Τα παγκόσμια τηλεοπτικά δεδομένα όμως τα άλλαξε. Τι εξάγει η Βραζιλία; σαπουνόπερες!

Κυριακή βράδυ και το μεγάλο κανάλι, που αποτελεί πλέον μεγάλη απελπισία, παίζει Πάτυ. Τι είναι τούτο το Πάτυ, αναρωτήθηκα; Βραζιλιάνικη σαπουνόπερα, με ένα άσχημο κοριτσάκι αυτή τη φορά, όπου μετά τη Μαρία την άσχημη, το Λάκη το μαλάκα, τη Ζωζώ τη πικραμένη, το Μανουέλ τον καρατομένο και τη Χουανίτα τη μυξοπάρθενη, ήρθε στο σαλόνι μας να μας χαλάσει.

Παρατηρώ ότι όλες οι άσχημες Βραζιλιάνες, έχουν σιδεράκια. Οι όμορφες έχουν τριζάτα οπίσθια, οι άσχημες όμως υποχρεωτικά σιδεράκια. Για κάποιο λόγο τα παιδιά εκεί δεν προσέχουν τα δόντια τους. Επίσης στο μυαλό του Βραζιλιάνου σεναριογράφου, παίζει πολύ το παραμυθάκι με τη Σταχτομπούτα, και τον πρίγκιπα, γιατί όλα τα σενάρια αυτού του είδους καταλήγουν ένας καρακούκλος και καλά, να ερωτεύεται τη δύστυχη άσχημη, και ωσάν ιππότης να κάνει μία μπράφ και να τις βγάζει τα σιδεράκια!

Τέτοια όνειρα κάνω το βράδυ και αναστατώνομαι. Βέβαια εμένα τα δόντια μου είναι μια χαρά, αλλά αν είναι να βρω τον καλό μου, και σιδεράκια βάζω και μασελλλίτσα.

Η αλήθεια είναι ότι πέρασε από το μυαλό μου, ότι το μεγάλο κανάλι χρηματοδοτείτε από οδοντίατρους. Τρελά λεφτά θα βγάζουν με τόσα σιδεράκια. Από την άλλη όμως δεν μου φάνηκε και πολύ πιθανό αυτό το σενάριο και άρχισα να φαντάζομαι, τι είδους συμπολίτες μου, βλέπουν Κυριακή 9 το βράδυ, τη Πάτυ τη χαζοχαρούμενη και δεν το έχουν ρίξει στο Ζωνιανό!!! Από την άλλη μπορεί να το έχουν ρίξει ήδη στο Ζωνιανό για΄ αυτό το λόγο βλέπουν Πατυ.

Τώρα θα με ρωτήσετε τι έπαθα στα καλά καθούμενα; μα είναι δυνατόν; ούτε σαπουνόπερες δεν μπορούμε να φτιάξουμε πλέον; Που είναι η παλιά καλή εποχή με τον Γόγο, τη Βίρνα Δράκου, τον αστυνόμο Θεοχάρη, όλα αυτά δώσανε θέσεις στη Βουλή θέλω να σας θυμίσω!! Κατάντια έχουμε ξεπέσει σε παραμυθάκια από τη Μπραζίλ ……

Κόκορας παστιτσάδα (Παραδοσιακή Κερκυραίικη συνταγή)

1 κόκορας 1 ½ κιλό κομμένος σε μερίδες
1 φλιτζάνι του καφέ ελαιόλαδο
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
4-6 σκελίδες σκόρδο
4 κουταλιές ντοματοπελτέ
1 κουταλιά ξύδι
1 κουταλιά ζάχαρη
1 γερή πρέζα κανέλα
1 κουταλάκι του γλυκού κόκκους μπαχάρι
4-5 γαρίφαλα
½ κιλό μακαρόνια Νο 5
τριμμένο κεφαλοτύρι
αλάτι, πιπέρι

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το λάδι να ζεσταθεί. Ρίχνουμε τις μερίδες του κόκορα και τον σοτάρουμε μέχρι να ροδοκοκκινίσει. Ρίχνουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο και συνεχίζουμε το σοτάρισμα. Διαλύουμε τον ντοματοπελτέ σε 2 ποτήρια νερό και τον ρίχνουμε μέσα στην κατσαρόλα. Προσθέτουμε το ξύδι, τη ζάχαρη, τη κανέλα, το μπαχάρι, τα γαρίφαλα, το αλάτι και το πιπέρι. Χαμηλώνουμε τη φωτιά, συμπληρώνουμε λίγο νερό εάν χρειάζεται και σιγο-μαγειρεύουμε τον κόκορα για 1 με 1 ½ ώρα περίπου μέχρι να γίνει τρυφερός. Όσο ο κόκορας μαγειρεύεται βράζουμε τα μακαρόνια. Όταν ο κόκορας γίνει τρυφερός τον βγάζουμε σε μία πιατέλα. Προσθέτουμε 1 φλιτζάνι του καφέ νερό μέσα στη σάλτσα, αφήνουμε να πάρει βράση και αδειάζουμε μέσα τα μακαρόνια. Τα γυρίζουμε 2-3 φορές να κοκκινίσουν.
Σερβίρουμε τα μακαρόνια σε πιατέλα και από πάνω τους αραδιάζουμε τον κόκορα. Πασπαλίζουμε με τριμμένο κεφαλοτύρι.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Μυτιλήνη ντούε

Λοιπόοοοοον ….

Αρχικά μέναμε σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο στην Εφταλού, έξω από τον Μόλυβο. Πάρα πολύ καλό ξενοδοχείο για τα λεφτά του, με ωραιότατο σέρβις, και πολύ καλά κοσμοπόλιταν. Και να οι πιτσίνες, και να τα τζακούζα, και να τα πιτσινάτα το βράδυ, τα πάντα σαν μωρά παιδιά.

Στο δεύτερο μισό, όμως, μιας και το νησί είναι πολύ μεγάλο είπαμε να μείνουμε κάπου νότια, πιο κοντά στη πόλη και το ναϊτλαιφ που θέλουμε. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε γνωστά παρτυ άνιμαλ και αν δεν κουνηθούμε με το Αλεχάνδρο, δεν μπορούμε να κλείσουμε μάτι.

Μείναμε λοιπόν σε ένα πάρα πολύ όμορφο συγκρότημα με 10 μεζονένες χτισμένες γύρω από μία πισίνα. Μόλις φτάσαμε, βρήκαμε δύο οικογένειες με μικρά παιδιά να λιάζονται και να παίζουν στη πισίνα. Οι δύο άνδρες «αναστατώθηκαν» με τις νέες αφίξεις και τα καλλίγραμμα κορμιά μας που ξεπρόβαλλαν μέσα από τα σορτσάκια μας!! Τι σας λεω τώρα !!! Φαντάζεστε όμως τη σκηνή … σταματάνε οι φωνές και η φασαρία, και αράζουν και οι δύο σύζυγοι στη κουπαστή της πιτσίνας κοιτάζοντάς μας να τακτοποιούμαστε στα δωμάτια. Ήταν τόσο προφανές αυτό που έγινε που το συζητήσαμε μετά και γελάσαμε με τα λιγούρια.

Ήρθε ή ώρα και οι οικογένειες έπρεπε να φύγουν. Καθόμασταν κάτω από μία πέργολα και τρώγαμε πρωινό, τόσο εμείς όσο και αυτοί, όλοι αυτοί, σε διπλανό τραπέζι. Είχαν φορτώσει τα τζιπ μέχρι το ταβάνι με μπαγκάζια. Κάποια στιγμή η σύζυγος του παιδοβούβαλου – ξέχασα να πω ότι ο ένας ήταν τεράστιος - λεει στον τύπο : Πάρε τη μάνα σου και πες της να μην κουβαλάει ένα σωρό βαλίτσες γιατί δεν θα χωράμε!

Ο μάγκας είχε ακροατήριο βλέπετε. Παίρνει τη μάνα του … Έλα μάνα!!! Ναι, ναι σήμερα φεύγουμε … αύριο κατά τις 7 το πρωί θα είμαστε στη Νέα Σμύρνη, ναι …. ναι … αφού σου είπα ρε μάνα αύριο το πρωί θα είμαστε σε Αθήνα, …. έπιασε το Αλτσχάιμερ βλέπω !! … άκου εδώ ρε μάνα … μην με εκνευρίζεις … άκουσε με γιατί είμαι και φορτωμένος (γιατί άραγε διακοπές έκανε ο μα&/£&κας) … ακου δω ….

… θα έρθουμε το πρωί να σε πάρουμε να φύγουμε σφαίρα για Πόρτο Ράφτη … ναι ναι θα περάσουμε να σε πάρουμε … ναι μόλις φτάσουμε στο Πειραιά θα σε πάρω τηλέφωνο …. άκου μάνα ….

… το αυτοκίνητο είναι τίγκα … μάνα …. Τίγκα … θα έρθεις με μία βαλιτσούλα … τα ρούχα σου και τίποτε άλλο …. γλυκάαααα, σουπερμάαααααρκετ, δωωωωωώρα, ρούουουουχα, παπούουουουτσια, βαλίτσες, …. Πα πά ρια …. Δεν θα πάρεις μαζί σου !!!!!

Ήταν τόσο εμφατικός ο τρόπος πού είπε «παπάρια» και τόσο μακρόσυρτα τα γλύκα, σουπερμαρκετ και τα υπόλοιπα, που τι να σας λεω …. Πέραν του σοκ, ότι μίλαγε έτσι στη μαμάκα του ο παπαρας, είχε τόσο γέλιο η έκφραση αυτή που αυτόματα φύγανε μαρμεδάδες, καφέδες, χυμοί, τα πάντα από το τραπέζι. Πέσαμε κάτω από το γέλιο.

Από εκείνη τη στιγμή, το πήρε η Εφη που το λεει πολύ ωραία, ακριβώς με το ίδιο στυλ, και τα πάντα μπαίνανε στο «κόντεξτ» του Παπάρια …. όπως:

Μαγιόοοοο, πετσέεεετες, αντηλιακάααα, .... παπάρια, όλα μες στη τσάντα ....

Το πιάσατε; κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι το είπαμε τόσες πολλές φορές που δεν λεει πλέον και υποσχεθήκαμε ότι θα αργήσουμε να το ξαναπούμε. Σαν έφηβοι σε πενταήμερη κάνουμε !

Αυτές ήταν οι διακοπές μας φέτος. Μικρότερες σε διάρκεια από άλλες χρονιές, αλλά δεν πειράζει, με λιγότερα μπάνια και ήλιο – να φανταστείτε είναι η πρώτη φορά που κάθισα κάτω από ομπρέλα! – αλλά και πάλι δεν πειράζει, τι να κάνουμε άλλωστε;

Περιμένω τον χειμώνα μπας και μας φέρει καμία θετική αλλαγή. Ελπίζω, αλλά δεν το βλέπω. Εσείς;;

Έλεγα να σας γράψω Γκιουζλεμεδες, που είναι τυροπιτάκια τηγανιτά, αλλά δεν θα το κάνω, γιατί μιας και δεν τα έχω φτιάξει, τη ψιλοφοβάμαι τη συνταγή που βρήκα. Οπότε πάμε για μία πιο παραδοσιακή συνταγή Μυτιληνιά ...

Σαρδέλες παστές

Βάζουμε στο σουρωτήρι 1 στρώση καλή χοντρό αλάτι, μετά τις σαρδέλες, ψεκάζουμε νερό εναλλάξ με το αλάτι και συνεχίζουμε μέχρι να τελειώσουν οι σαρδέλες. Σκεπάζουμε στο τέλος καλά με αλάτι, βάζουμε 1 πιάτο και το βάρος από πάνω. Το διατηρούμε στο ψυγείο για ή 1-2 μέρες, ανάλογα με το πώς θέλουμε τις σαρδέλες. Όταν παστωθούν, κόβουμε το κεφάλι και βγάζουμε τα εντόσθια και την πέτσα με τη μύτη ενός μαχαιριού ξεκινώντας από την ουρά για να βγει πιο γρήγορα και τις βάζουμε στο ελαιόλαδο. Αν θέλουμε προσθέτουμε διάφορα μυρωδικά (π.χ πιπερίτσα καυτερή).

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Μυτιλήνη

Χαίρεστε, τι μου κάμνετε; Αλάξαμε εμφάνιση!! είπαμε να κάνουμε λίγο μποτέ και εμείς τα έρημα τα ιστολόγια.

Γυρίσαμε, σύσσωμοι, σώματι αλλά ουχί ψυχή. Το μυαλό μας είναι αλλού. Όχι γιατί περάσαμε αξέχαστα αυτούς τους 2 μήνες που δεν μιλάμε. Αλλά γιατί, δεν θέλουμε το μυαλό μας να γυρίσει πάλι στην πρότερη κατάσταση.

Ακαταλαβίστικα; ένα δίκιο το έχεις και εσύ!! Τι να σου κάνω όμως, έκαψα φλάτζα αυτό το διάστημα.

Λοιπόν αρχίζουμε …..

Λέσβος: Νησί του Βορειοανατολικού Αιγαίου, με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη. Γενέτειρα της αρχαίας ποιήτριας Σαπφώ, πατρίδα του Ούζου, του μεζέ, της σαρδέλας, και των λουλουδιών. Επίσης πατρίδα της Περσας, του Παναγιώτη και του Μιχάλη, φίλων αγαπητών με τους οποίους ντιρλιάζαμε, κατ΄ επανάληψη και κατ΄ εξακολούθηση.

Νησί όμορφο, πράσινο, ήσυχο, και … μεγάλο. Καμία σχέση με τις αγαπημένες μου Κυκλάδες, όπου με ένα ρεζερβουάρ γυρίζεις το νησί 268 φορές. Στη Λέσβο, παρακολουθείς τις τιμές στα βενζινάδικα, γιατί αν δεν το κάνεις ο προϋπολογισμός σου τινάζετε στον αέρα εύκολα. Με τα 1500 χιλιόμετρα σε 10 μέρες ξέρω τι σας λεω.

Νησί πράσινο, όπου το μάτι ψάχνει εναγωνίως να βρει που τελειώνει ο ελαιώνας. Δεν τελειώνει! Σας το λεω με απόλυτη βεβαιότητα. Τα βουνά έχουν σκαφτεί ενδελεχώς και μικρά πέτρινα κρεβατάκια έχουν χτιστεί μέχρι το πιο ψηλό σημείο τους, ώστε να μπορέσει να αράξει μία όμορφη, πεντακάθαρη, και καλοκουρεμένη ελιά. Και όταν φτάνεις στη θάλασσα, οι ελιές χάνονται στον κόλπο τις γέρας και της καλλονής, και γίνονται ένα με το νερό. Δεν είναι ποιητικά όλα αυτά που σας λεω! Αν δεν σας αρέσει η ελιά ως δένδρο μην πάτε στο νησί, θα πάθετε νευρικό κλονισμό!!!!

Νησί γραφικό, με ορεινά, πεδινά και παραθαλάσσια χωρία, που όλα είναι όμορφα και γραφικά, και κατοικήσιμα, και περιποιημένα, και που κάπου τα χάνεις, μεταξύ του μεσαιωνικού Μόλυβου, της νεοκλασικής πόλης, της βουνίσιας Αγιάσου που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι στον Παρνασσό, και του Πλωμαρίου που σου δίνει την εντύπωση ότι ένα πολύ ορμητικό ποτάμι ξέβρασε σπίτια!

Νησί, με ικανοποιητικές θάλασσες, όχι του γούστου μου βέβαια, χωρίς τη γραφικότητα των Κυκλάδων αλλά με τα άγρια νερά του Βορείου Αιγαίου που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι κολυμπάς σε ωκεανό.

Νησί με όμορφους, φιλόξενους ανθρώπους, που με ελάχιστες εξαιρέσεις σε κάνουν να αισθάνεσαι σπίτι.

Η Μυτιλήνη, είναι πραγματικά ο τέλειος τόπος για διακοπές, ανθρώπων που τους αρέσει το ψάρι (μιλάμε ότι φάγαμε μαγιάτικο με 35 ευρω το κιλό), ο καλός μεζές (ο παστός κολιός είναι ότι καλύτερο έχω φαει), το μυρωδάτο ούζο, οι οργανωμένες παραλίες και το αραλίκι.

Τώρα, πως πέρασα σε αυτό το υπέροχο νησάκι; ωραία θα έλεγα, αλλά έχω περάσει και καλύτερα!!! Δεν έφταιγε το νησί, δεν έφταιγε βέβαια η παρέα, δεν έφταιγαν αυτά που βρήκαμε εκεί, ή αυτά που αφήσαμε εδώ, έφταιγε ο Θυρεοειδής και τα μαύρα μου τα νεύρα!

Ίσως και να είναι λογικό βέβαια. Το να έχει 442 βαθμούς στη σκιά, να μην κουνιέται φύλο, η θάλασσα να έχει πήξει σαν γιαούρτι, να μην κάνεις μπάνιο και να κάθεσαι στην Ερεσό σε ένα μπιτς μπαρ που έχουν μάζωξη οι μυτιληνιοί Αεκτζήδες, όπου κάθε 1,5 λεπτό σηκωνόταν ένα από αυτά τα βλαμμένα (όλα πιτσιρίκια με δεκάδες τατού και πυροβολημένα που με λέγανε κυρία-κυρία, μιας και η μόνη μη Αεκτζού ηλικιωμένη, εκεί μέσα) και φώναζε ΕΜΠΡΟΣ ΑΕΤΕΕΕΕΕ και απάνταγαν όλα τα άλλα λοβοκομένα ΔΙΚΕΦΑΛΕΕΕΕΕ, …., ωραία έτσι;;; Βέβαια όπως είπε και ο φίλος μου ο Γιάννης, τέτοιες εμπειρίες είναι σπάνιες, και το γεγονός ότι δεν με σπάσανε στο ξύλο όταν τους είπα – με ρωτήσανε βέβαια – ότι είμαι παναθηναϊκός, οφείλετε ΜΟΝΟ στο ότι μάλλον τους έφερνα στη γιαγιά τους, αλλιώς θα έπρεπε αυτός και ο Βαγκ να με υπερασπιστούν και θα τρώγανε χοντρό ξύλο.

Όλα τα ωραία βλέπετε σε μας συμβαίνουν. Όπως την προτελευταία μέρα, φεύγαμε από μία παραλία και μιας και είχαμε ζοριστεί να πάμε, μέσα από κάτι χωριά, είπαμε να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο. Εξάλλου υπήρχε μπλε πινακίδα που λεει και η Εφη, που μας πληροφορούσε ότι ο άλλος δρόμος ήταν 4-5 χιλιόμετρα πιο μακρύς, δεν μας πληροφορούσε όμως ότι ήταν χωματόδρομος!!! Μα μπλε πινακίδα για χωματόδρομο;;; αναρωτιόταν η Εφη, με το δίκιο της βέβαια.

Εκεί λοιπόν που ανεβαίναμε το βουνό, σχεδόν στην κορυφή του Ολύμπου, στο Ραντάρ, όπως μας πληροφόρησε η βουκόλα βοσκοπούλα, του παρακείμενου γιδοστασίου, μείναμε!!! Άναψε και κόρωσε το αυτοκίνητο, στο κόκκινο η θερμοκρασία, και … τσουπ έσβησε. Ανοίγουμε καπό, σταγόνα στο ψυγείο, σταγόνα λέμε. Βέβαια δεν είχαμε ούτε παραφλού, ούτε νερό μαζί μας. Άσε που, αν και παλιό το αυτοκίνητό μου, θέλω να το προστατεύσω όσο γίνετε ώστε να καθυστερήσω στο μέγιστο την αντικατάστασή του – δεν είναι εποχές για έξοδα, που λένε.

Αμέσως τηλέφωνο στην ΕΛΠΑ, που ευγενέστατα μου είπαν ότι ναι μπορούμε να σας πάρουμε από χωματόδρομο, «θα σας πάρει ο συνεργάτης μας να του πείτε που είσαστε». Ωραία λοιπόν, αν και αγχωμένη εγώ για το «τι έπαθε το αυτοκινητάκι μου;», αν και αγχωμένοι ο Βαγκ και η Φιφή, για το «τι θα πάθει η Μαριάννα μέσα στον ήλιο με το θυρεοειδή;», βγάλαμε ψαθούλα – καρέκλες παραλίας – τα πάντα, και αράξαμε κάτω από ένα δέντρο να περιμένουμε.

Μετά από 2,5 ώρες, ένα γερό τσίριγμα στο «συνεργάτη» που νόμιζε ότι έκανε πλάκα με τα φιλαράκια του, τα δεκάδες αυτοκίνητα που περάσανε και είτε μας σκονίσανε, είτε μας έδιναν και τη ψυχή τους (όλοι οι Αθηναίοι παιδιά σταματήσανε !!! εντυπωσιακό, μία αλληλεγγύη ένα πράγμα!!!), μετά από δεκάδες μπουκάλια νερού που μαζέψαμε, γιατί θεωρήσαμε σωστό να ζητάμε απ΄ όλους κάτι, είτε νερό είτε τσιγάρα, μετά από 4 σχέδια διαφυγής-διαβίωσης στο βουνό που επεξεργαστήκαμε, μετά από ένα γερό τσάμικο που χόρεψε η Εφη με το τον Βαγκ, έφτασε και ο «συνεργάτης». Σπύρος, το παλικάρι, που και το ματάκι του γυάλιζε και χοντροπαπάρας ήτανε. Αφού ρώτησε ποια ήταν αυτή που τα έχωσε, και αφού ζήτησε συγνώμη και αναγνώρισε ότι είχα δίκιο, φόρτωσε το Ματριξ στην καρότσα και ξεκινήσαμε το τρελό ταξίδι των 60-70 χιλιομέτρων μέχρι τη πόλη. Δεν ξέρω με πόσα πήγαινε, έτρεχε όμως! Είχες την εντύπωση ότι το αυτοκίνητο θα έφευγε και θα πέταγε πάνω από την Αγιάσο, πάνω από τον Ελαιώνα, μέχρι απέναντι τη Τουρκία. Η Φιφή ζαλίστηκε πήγε μπροστά μαζί με τον Βαγκ που τα είχε δει όλα, μιας και ο αγαπητός «συνεργάτης» είχε αντικαταστήσει το φρένο με την κόρνα. Αντί να φρενάρει στις στροφές κορνάριζε! Μετά μάθαμε ότι ταυτόχρονα μίλαγε και στο τηλέφωνο και έβριζε κάποια άλλη κυρία που της είχε κάνει ζημιά. Μάθαμε ότι ήταν βαριά αθυρόστομος, και γενικά πολλά και διάφορα ήταν αλλά δεν γινόταν να ασχοληθούμε και ιδιαίτερα μιας και ο σκοπός μας ήταν να επιβιώσουμε.

Αυτά τα αναπάντεχα είναι συνήθως πολύ ωραία, και έχεις να λες και να θυμάσαι. Ο κόκκινος σίφουνας βέβαια είχε κάψει φλάτζα και νέο ψυγείο ήθελε και τα πάντα, πήγε σχεδόν όσο και οι διακοπές, αλλά τι να κάνεις; να σκάσεις;

Έχει και άλλα το μενού. Μόνο που πλέον βαρέθηκα να γράφω και εσείς να διαβάζετε. Αύριο θα σας πω για το σλόγκαν αυτών των διακοπών, που υιοθετήσαμε όλοι και πολύ μας άρεσε.

Οι συνταγές της Λέσβου είναι πάρα πολλές, και εμείς τις τιμήσαμε δεόντως βέβαια. Η παρακάτω συνταγή είναι μικρασιάτικη, την έφτιαχνε η γιαγιά μου και τώρα την κάνει και η μάνα μου. Δεν την έχω προσπαθήσει, αν και δεν μου φαίνετε δύσκολή. Σαν τους λαχανοντολμάδες είναι. Εκεί βέβαια, εγώ και ο Βαγκ τα ξεσκίσαμε τα έρημα τα σουγάνια. Όπου τα βρίσκαμε τα παραγγέλναμε. Οι υπόλοιποι όχι και τόσο πολύ, τους αρέσαν περισσότερο οι Γκιουζλεμέδες που θα σας γράψω αύριο. Βέβαια σε ένα επόμενο τραπέζι μου, θα τα φτιάξω τα σουγάνια και θα σας πω, αν είναι βατή η συνταγή, όπως μου φαίνετε ότι είναι.

Σουγάνια ( Κρεμμυδοντολμάδες )

1 κιλό μεγάλα κρεμμύδια
½ κιλό ρύζι
½ κιλό κιμά μοσχαρίσιο
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένο μαϊντανό
μια ώριμη τριμμένη ντομάτα
1 φλιτζάνι Λεσβιακό ελαιόλαδο
μία γεμάτη κουταλιά γλυκού κύμινο
αλάτι και πιπέρι.

Καθαρίζουμε τα κρεμμύδια και τα βράζουμε σε νερό, ώσπου να μαλακώσουν. Κατόπιν ανοίγουμε τα φύλλα των κρεμμυδιών, με σκοπό να τα γεμίσουμε. Σε μια λεκάνη τοποθετούμε τον κιμά, την τομάτα, το κύμινο, το ελαιόλαδο, το ρύζι (πλυμένο) το αλατοπίπερο και αναμιγνύουμε. Στην συνέχεια γεμίζουμε τα φύλλα κρεμμυδιών με ποσότητα τόση, ώστε να κλείνουν. Τοποθετούμε τους ντολμάδες σε κατσαρόλα κυκλικά, προσθέτουμε Λεσβιακό ελαιόλαδο, τους σκεπάζουμε με βαρύ πιάτο, ώστε να τους πιέζει κατά το βράσιμο για να μην ανοίξουν τα φύλλα και τελικά συμπληρώνουμε με λίγο νερό. Τους βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία για 30-40 λεπτά. Σερβίρονται σε πιατέλα, με λίγη κανέλα αν θέλετε.