Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ιδιώτης

Γνωστό και χιλιοειπωμένο αλλά θα το γράψω και εγώ γιατί το σηκώνει ο καιρός. Στην αγαπημένη μας αρχαία εποχή, που τόσο μας αρέσει να προάγουμε, αυτός που δεν συμμετείχε στα κοινά λεγόταν ιδιώτης. Ήταν κακό πράγμα, τζίζ κακό! Μετά το πήραν οι λατίνοι, οι άγγλοι, και μας προέκυψε ο idiot, ο ηλίθιος δηλαδή.

Οι σύγχρονοι έλληνες, δεν πήγαν να ψηφίσουν σήμερα. Δεν πήγαν και την περασμένη Κυριακή. Ιδιώτευσαν, δεν συμμετείχαν στα κοινά. Δεν είναι ηλίθιοι βέβαια ότι και να λένε οι κουτόφραγκοι, δεν ήθελαν να πάνε. Συνειδητά.

Εγώ βέβαια πήγα, και τώρα και πάντα. Τιμάω τη Δημοκρατία. Ετσι το βλέπω. Πολλοί όμως φίλοι μου δεν πήγαν. Μπορείς να τους κακίσεις, μπορείς να τους κατηγορήσεις; Όχι βέβαια. Εγώ δεν μπορώ. Όσο και να θεωρώ ότι η ψήφος, δεν είναι δικαίωμα, είναι υποχρέωση. Δεν μπορώ να κατηγορήσω όλους αυτούς που δεν βρήκαν κανένα άξιο να πάρει την ψήφο τους, που θέλανε να «φτύσουν» το πολιτικό σύστημα που μας φτύνει καθημερινά, που δεν αντέχουν την υποκρισία των πολιτικών, που δεν θεωρούν κανένα ικανό να μας μαζεύει τα σκουπίδια με σωστό τρόπο, που δεν θεωρούν ότι ζούμε σε δημοκρατία, ή που και ακόμα ακόμα θέλουν να στείλουν ένα αντιμνημονιακό αντι-ιμπεριαλιστικό, αντι-καπιταλιστικό μήνυμα. Δεν έχουν άδικο.

Αν βέβαια το αποτέλεσμα όλων αυτών των «δίκιων» είναι ο μέγας φέλαρχος Νικήτας να είναι και αύριο ο Δήμαρχος της πιο αξιοθρήνητης πόλης της Ευρώπης, τι να κάνω; Θα στεναχωρηθώ, αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Στη σύγχρονη Δημοκρατία και 5 άνθρωποι από τα 10 εκατομμύρια να πάνε να ψηφίσουν, αποτέλεσμα έχουμε και αρχηγούς με νομιμοποίηση πάλι έχουμε. Πρωθυπουργούς, Βουλευτές, Δημάρχους και Περιφερειάρχες που θα αποφασίζουν για εμάς, πάλι θα έχουμε. Και μπορεί κάποιοι να λένε ότι όλοι αυτοί δεν θα έχουν ουσιαστική νομιμοποίηση, εγώ πάλι πιστεύω ότι αυτά είναι μπαρούφες, διότι αυτοί θα βάζουν τις υπογραφές τους, όχι οι ηθικοί νικητές.

Τέλος καλό όλα καλά πάντως και χτες με έκραξε ο Φωτάκης γιατί είμαι τεμπέλα λεει και δεν γράψω. Οτι θες μπορείς να μου πεις, αλλά τεμπέλα δεν είμαι, αααα όλα κιόλα. Εχω τρελή δουλειά, τρελή. Και όταν γυρίζω ψόφια σπίτι μόνο συνταγές δεν μπορώ να γράφω. Εδώ με το ζόρι μπορώ να ψελλίζω το όνομά μου, μπογλόλογα θα γράφω. Είμαι και κάποιας ηλικίας, όχι σαν εσάς μωρά παιδιά.

Υποσχέθηκα όμως μία πανέμορφη συνταγή, για τους λάτρεις της κρέμας σοκολάτας παλιάς κοπής. Θυμάστε εκείνες τις κρέμες που μας έφτιαχνε η μαμά, από κάτι σακουλάκια Ανθος Αραβοσίτου; Τις λάτρευα αυτές τις κρέμες, και μάλλον συμφωνούν πολλοί μαζί μου. Η συγκεκριμένη κρέμα, είναι από ένα βιβλίο του Παρλιάρου, την γυρόφερνα πολύ καιρό και ένα βράδυ με άδειο ψυγείο και τρελή λαχτάρα για γλυκό την έφτιαξα. Πραγματικά υπέροχη.

Κρέμα Σοκολάτας

500 γραμμάρια γάλα
80 γραμμάρια ζάχαρη
50 γραμμάρια κακάο
20 γραμμάρια κορν φλάουερ
300 γραμμάρια κουβερτούρα (55% κακάο) κομμένη σε μικρά κομματάκια

Σε μια κατσαρολίτσα ανακατεύουμε το γάλα με το κακάο και το βάζουμε να βράσει. Σε ένα φλιτζανάκι του καφέ νερό διαλύουμε το κορν φλάουερ και σε ένα μπολάκι το ανακατεύουμε με τη ζάχαρη. Λίγο πριν βράσει το γάλα, προσθέτουμε το μίγμα κορν φλάουερ, ζάχαρης και νερού και ανακατεύουμε καλά με μία κουτάλα να αρχίσει να δένει. Προσθέτουμε τη ψιλοκομμένη σοκολάτα, αποσύρουμε από τη φωτιά και ανακατεύουμε συνεχώς μέχρι να λιώσει η σοκολάτα. Αδειάζουμε σε ένα μπολ τη κρέμα και ακουμπάμε το μπολ πάνω από ένα μεγαλύτερο μπολ με παγάκια. Ανακατεύουμε συνεχώς μέχρι να κρυώσει η κρέμα. Αυτό άμα θέλετε το κάνετε, αλλά αν τελικά μπείτε στον κόπο, η κρέμα σας δεν θα αποκτήσει κρούστα και θα έχει μία πολύ βελούδινη υφή. Την μοιράζετε σε μπολάκια και την χτυπάτε αμέσως. Κατά τη γνώμη μου χαλάει στο ψυγείο, αλλά εσείς κάνετε ότι θέτε.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Και κλάμα η κυρία

Δευτέρα βράδυ, εγώ και ο καναπές μου περνάμε στιγμές πάθους, έρωτα και ιδρώτα. Ο ανεξέλεγκτος ερωτάς μας, έχει επανέλθει στην προ του καλοκαιριού κατάσταση. Μπορεί να τον απάτησα λίγο με τις καρέκλες σκηνοθέτη στην βεράντα μου, αλλά αυτά ήταν καλοκαιρινές τρέλες σαν αυτές που όλοι κάνουμε όταν η ζέστη χτυπάει κόκκινο. Τον αγκαλιάζω και του υπόσχομαι ότι δεν θα τον εγκαταλείψω ποτέ.

Έξω ο χειμώνας λυσσομανά. Κρύο ! και οι αρκούδες έχουν αρχίσει και καλοβλέπουν την πεδιάδα των Γερακα-Χαλανδρο-Βριλλησίων από εκεί ψηλά στην Πεντέλη που κάθονται. Ο Ολγα, ο Γιάννης και ο Παύλος μιλάνε με τον Μητσοτάκ (Σαββόπουλε το κούρεμά σου θα μείνει στην ιστορία). Τι τον ταΐζει η Μαρίκα σκέφτομαι; Μάλλον του βάζει συντηρητικά, πως είναι δυνατόν να ήταν παππούς όταν γεννήθηκα και τώρα εγώ να είμαι γιαγιά και αυτός εκεί, ακούνητος!

Αλλά ο αγαπημένους μου χειμώνας είναι πάλι εδώ, σκέφτομαι, με τα κρύα του, και τα τζάκια του και τους καναπέδες του, και είμαι τόσο μα τόσο ευτυχισμένη που μέχρι και τον Μητσοτάκ χαίρομαι με τις βλακείες του.

Ονειροπολούσα και ούτε και κατάλαβα για πότε πέρασε η ώρα και αντί για τον αποστάτη η τιβί έδειχνε ένα απίστευτο πρασινομπλέ σκηνικό, που όμοιό του μόνο σε απομονωμένη Κυκλάδα βρίσκεις.

Το νησί! Τι εικόνες υπέροχες, τι ομορφιά είναι αυτή, αναρωτήθηκα, τι υπέροχα τοπία, τι καρέ βγαλμένα μέσα από τη ζωή μας, από την ιστορία μας. Είχα διαβάσει το βιβλίο και μου άρεσε, είχα ακούσει ότι γίνετε ταινία, αλλά κατά τύχη έπεσα πάνω στην πρεμιέρα. Αισθάνθηκα ότι σε κάποια σκηνή θα έβλεπα τη γιαγιά μου, με το μαύρο τσεμπέρι της, να περπατάει ανάμεσα στα πετρόσπιτα του περασμένου αιώνα. Η αίσθηση που είχα ήταν ότι ήμουνα εκεί, ότι δεν είναι ταινία, δεν είναι σήριαλ στην τηλεόραση, αλλά μία σκηνή από το χωριό μου μία άλλη εποχή.

Τι όμορφη η Ελένη (Λέχου στην μεγάλη της Ρέντα), τα παιδιά, ο άνδρας της (ο Μάινας με ένα υπέροχο άδειο βλέμα) πραγματικά όλοι τους υπέροχοι.

Και εκεί που καθόμουν απόλυτα ευτυχισμένη που ήρθε επιτέλους ο χειμώνας, βάζω κάτι κλάματα, μα κάτι κλάματα, τι να σας λεω. Αναφιλητά, λες και ήταν η καλύτερή μου φίλη που έφευγε για την Σπιναλόγκα με Λέπρα, λες και όλα αυτά δεν γίνονταν μέσα στην ίδια τηλεόραση που πριν λίγο είχε μοστράρει το φάντασμα του Μητσοτάκ που κάποιος τον έχει ξεχάσει εδώ χάμω μη χέσω. Κλάμα λέμε!

Με το τέλος του επεισοδίου, πήγα και έβαλα ένα ουισκάκι να συνέλθω και ας έδειξαν υψηλές τρανσαμινάσες οι πρόσφατες εξετάσεις και είπα να τον κόψω. Τι να κάνω είχα συγκλονιστεί η έρημη.

Μαγεία .... η μαγεία της εικόνας για την οποία μας μιλάνε όλοι, η μαγεία της ιστορίας για την οποία όλοι συμφωνούμε, η μαγεία της ιστορίας μας η οποία μας συγκλονίζει κάθε φορά που ξετρυπώνει πίσω από ένα παραθύρι.

Την επόμενη με χαρά έμαθα ότι πολλοί το είδαν το Νησί, όλοι εντυπωσιάσθηκαν και όλοι μα όλοι εκλέγον. Τι άνθρωποι είμαστε άραγε; μέσα στο κλάμα και στην τραγωδία ρε παιδάκι μου.

Παιδάκια έχετε καταλάβει ότι δεν γράφω πλέον πολύ. Έχω πνιγεί στη δουλειά τι να σας λεω τώρα. Έτσι θα πάει μέχρι το τέλος του χρόνου. Η αλήθεια είναι ότι είμαι καθημερινά 9 με 8 στο γραφείο και μετά συνεχίζω σπίτι. Επίσης το νέο είναι ότι λίγο πριν τα Χριστούγεννα θα πάω Ινδία, στη Βομβάη, για δουλειά βέβαια γιατί εγώ δεν θα πήγαινα σε τόσο βρόμικο μέρος για κάτι άλλο, έπεισα και τη Φι και έτσι ετοιμαζόμαστε για μέρη εξωτικά.

Σήμερα θα σας γράψω ένα μπελαλίδικο πιάτο που βρήκα στο περιοδικό Olive, το έφτιαξα και πραγματικά τι να σας λεω ότι καλύτερο για ένα τραπέζι σε φίλους που αγαπάνε τις μεσογειακές γεύσεις.

Τούρτα με κρέπες, κολοκύθια, ψητή πιπεριά και κατίκι

4 κρέπες που είτε αγοράσαμε έτοιμες είτε ετοιμάσαμε με την βασική συνταγή για κρέπες που σας έχω γράψει στο παρελθόν
3 κολοκύθια κομμένα σε ψιλές ροδέλες
3 πιπεριές Φλωρίνης έτοιμες από το βάζο αλλά καλά στραγγισμένες από τα σπορέλαια
450 γραμμάρια κατίκι Δομοκού
2 αυγά
150 γραμμάρια γραβιέρα χοντροκομμένη
1-2 κουταλιές της σούπας αλεύρι
άνηθο ψιλοκομμένο
πάπρικα γλυκιά

για τη σάλτσα από κόκκινη πιπεριά
3 πιπεριές Φλωρίνης έτοιμες από το βάζο αλλά καλά στραγγισμένες από τα σπορέλαια
μία σκελίδα σκόρδο
2 κουταλιές βαλσάμικο
2 κουταλιές καρύδια
3 κουταλιές λάδι
άνηθο και 50 γραμμάρια κατίκι

Απλώνουμε τα κολοκύθια σε μία λαδόκολλα σε ένα ταψί, τα αλατοπιπερώνουμε ελαφρά και με ένα πινέλο τα λαδώνουμε και από τις 2 πλευρές. Τα ψήνουμε λίγο στο φούρνο και από τις 2 πλευρές να μαλακώσουν. Προσοχή θέλουν λίγο ώστε να μην αρπάξουν και στεγνώσουν. Μπορούμε εναλλακτικά και να τα περάσουμε και από ένα τηγάνι για λίγο με λάδι μέχρι να μαραθούν. Μέσα σε ένα μπολ ανακατεύουμε το κατίκι, τα αυγά, το αλεύρι, τον άνηθο και την πάπρικα. Ψιλοκόβουμε σε μικρά καρεδάκια τις 3 πιπεριές. Λαδώνουμε ένα στρογγυλό πυρέξ που να χωράει τις κρέπες, και στρώνουμε την πρώτη κρέπα. Απλώνουμε από πάνω τα μισά κολοκύθια και περιχύνουμε με το 1/3 του μίγματος του τυριού. Βάζουμε από πάνω άλλη μία κρέπα και στρώνουμε τις ψιλοκομμένες πιπεριές. Απλώνουμε το άλλο 1/3 του μίγματος τυριού και βάζουμε άλλη μία κρέπα από πάνω. Απλώνουμε τα υπόλοιπα κολοκύθια και το υπόλοιπο τυρί και κλείνουμε την τούρτα με την τελευταία κρέπα. Πασπαλίζουμε την τούρτα με την γραβιέρα και την ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο αέρα μέχρι να ροδίσει στους 180 βαθμούς, περίπου μισή ώρα.

Για τη σάλτσα, κόβουμε το σκορδάκι σε ροδέλες και το σοτάρουμε λιγάκι σε ένα τηγάνι με το λάδι. Μόλις γίνουν περνάμε όλα τα υλικά της σάλτσας στο μούλτι και τα λιώνουμε.

Για το σερβίρισμα κόβουμε ένα κομμάτι από την τούρτα και απλώνουμε από πάνω μία γεμάτη κουταλιά σάλτσας.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Νέος και ωραίος

Ακούω και τρέμω. Ανατριχιάζω. Είναι λεει νέο, ωραίο και κυρίως έμπειρο το παλικάρι. Η μόνη ακούνητη βραχονησίδα της χώρας μας, φαίνετε ότι δεν μας τελείωσε. Χρόνια λέμε και πιστεύουμε ότι τους πρώην πρωθυπουργούς τους στέλνει σπίτι του ο λαός. Σαχλαμάρες ... η βραχονησίδα είναι εδώ, δυνατή και κυρίως έμπειρη, ικανή να μας ξανακυβερνήσει.

Διότι τι θέλει αυτή η χώρα? Τι μας λείπει ? τι θέλουμε εμείς οι πολίτες? Μια γερή δυνατή και όμορφη Βραχονησίδα, θέλουμε. Να κάθετε εκεί στις ξέρες της Ραφήνας, να πλατσουράει, να κουνάει τα ποδαράκια του, όμορφος ωσάν αρχαίος θεός, Αδωνης (όχι σαν τον άλλο τον πυροβολημένο της μπουμπούκας), να κάνει αυτό που πρέπει βρε αδελφέ. Λιβ γιορ μιθ ιν Ραφηνα. Να έρχονται οι κινέζοι, τώρα που τους έχουμε πολλούς, να κοιτάνε και να χαίρονται τα καλά της Αττικής Δημοκρατίας.

Κάνει έτσι μία τσούχτρα και το τσιμπάει το παιδί, τρέχει η Νατάσα, και του βάζει φενιστίλ, τι σκατά τσάμπα τη σπουδάζαμε τόσους μήνες! Κοτζάμ γιατρός. Ολα τα έχει σκεφτεί ο σοφός λαός, όλα. Ένα μόνο είναι το πρόβλημα, μπας και δεν προλάβουμε και βγει ο Δρακουμέλ, που έχει μία πείρα στην πώληση βραχονησίδων και μας το πουλήσει το αξιοθέατο, και τότε τι θα δείχνουμε στους ξένοι .... ωχού συφορά μας .......

Τόνος Σεβίτσε

Μια φέτα φρεσκου τόνου (γίνετε και με φρέσκες καθαρισμένες μεγάλες γαρίδες) περίπου 300 γραμμάρια
3 κουταλιές της σούπας ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμυδάκι με λίγο πράσινο
2 κουταλιές της σούπας πολύ ψιλοκομμένο ξερό κρεμμύδι
1 καυτερή πράσινη πιπεριά πολύ ψιλοκομμένη χωρίς τα σπόρια
1 κουταλιά της σούπας τριμμένο τζίντζερ
¼ της κούπας φρέσκο χυμό λεμόνι
ξύσμα από μισό λεμόνι
χυμό από 1 λάιμ
ξύσμα από 1 λάιμ
1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
4 κουταλιές της σούπας λάδι
3 κουταλιές της σούπας σόγια σος
2 κουταλιές της σουπας κάπαρη
προαιρετικά 4 κουταλιές της σούπας μάνγκο κομμένο σε πολύ μικρά κομματάκια

Βάζετε τον τόνο στη κατάψυξη για μία ώρα να παγώσει λίγο ώστε να μπορέσετε να τον κόψετε σε μικρά κυβάκια, χωρίς να τον διαλύσετε. Αν χρησιμοποιήσετε γαρίδες και είναι μεγάλες να της κόψετε σε κομματάκια. Βάζουμε σε ένα μπολ όλα τα υλικά και τα ανακατεύετε πολύ καλά. Σκεπάζετε με μεμβράνη και το βάζετε στο ψηγείο για 3-4 ώρες να μαριναριστεί. Βέβαια τρώγετε ωμό, με φρέσκα ψωμάκια. Είναι λίγο καυτερό αλλά πολύ ιδιαίτερο.

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Σήμερα γάμος γίνετε

Σας έχω ενημερώσει κατ΄ επανάληψη για τα αισθήματά μου για τον γάμο. Για να μην επαναλαμβάνομαι λοιπόν θα σας αναλύσω πρόσφατα γεγονότα, που με έκαναν να κουνάω το κεφάλι μου ωσάν γριά μπάμπουσκα μπροστά σε 16-χρονο νυμφίδιο.

Ελληνική οικογένεια χαμηλού προς μεσαίου εισοδήματος παντρεύει με απίστευτη χαρά την κόρη. Χαρά γιατί βρήκε γαμπρό, μην ξεχνάτε οι γονείς μας μας έχουν σε τόση εκτίμηση που θεωρούν ότι ποτέ δεν θα βρούμε γαμπρό ή νύφη, αλλά και αν τον βρούμε αυτό δεν οφείλετε στην απαστράπτουσα εμφάνιση μας και μοναδική μας προσωπικότητα αλλά στο ότι ήμασταν τυχερές/οι!!

Η κόρη δικαιολογημένα είναι χαρούμενη αλλιώς δεν θα παντρευότανε, έλα όμως που τα παιδιά αυτά με τους γάμους, τα νυφικά, τις δεξιώσεις, τα λουλούδια, τον φωτογράφο, και τα λοιπά μάνεϊ σπεντινγκ ακτιβιτις, δεν θέλουν να έχουν σχέση.

Αυτό που θέλουν, είναι αυτά τα χαζοχαρούμενα, ... οι δυο μας ... σε ένα ξωκλήσι .... στο ηλιοβασίλεμα, και αυτά τα σιροπιαστά.

Οι γονείς με το που το άκουσαν, έπαθαν το πρώτο εγκεφαλικό, και να οι λιποθυμίες, και να οι κολόνιες, και να τα 166, και να τα «πως θα δω εγώ τη θεία σου την Εβδοξίαααααα!!». Τι να κάνεις μεγάλο το δράμα, μεγαλύτερο απ΄ αυτό που ζει η Μελίτα με τον Στέφανο (βλ. Μυστικά της Εδέμ!), υποχώρησαν τα παιδιά.

Έτσι και κάνεις το λάθος να πεις το ναι, και να ενδώσεις σε αυτούς τους εκβιασμούς, είσαι καταδικασμένος. Δεν το λεω εγώ, τα γεγονότα το λένε. Γιατί το νυφικό πρέπει να είναι αγοραστό, να μην μας περάσουν για φτωχούς (μεγάλο ελάττωμα στην κουλτούρα μας!), πρέπει να είναι πλούσιο και ας σου προσθέτει 10 κιλά, πρέπει να είναι άσπρο και ας μην σου πάει καθόλου. Ο γαμπρός πρέπει να φοράει οπωσδήποτε γραβάτα ή παπιγιόν, ή κρεμάλα, κάτι τέλος πάντων και ας μην του κουμπώνει το πάνω κουμπί του πουκαμίσου, επίσης πρέπει, πρέπει τα παπούτσια του να είναι αφόρετα! Και ας αυξάνετε ο κίνδυνος να τον χτυπήσουν εκείνη ακριβώς την ημέρα.

Οι μπουμπουνιέρες πρέπει να είναι πολλές, πάρα πολλές, γιατί πρέπει να τις μοιράσουμε στα φανάρια στην Κηφισίας στις 9 το πρωί της Δευτέρας, άαααααα... και πρέπει να είναι πλούσιες, με 124546 κουφέτα μέσα, λες και οι πεινασμένοι ανά τον κόσμο με κουφέτα περιμένουν να ζήσουν.

Στη δεξίωσης πρέπει να προσκληθεί όλο το σόι μέχρι 7ο ξάδελφο και ας μη υπάρχει χώρος για την κολλητή σου ή τον συνάδελφο στο διπλανό γραφείο. Επίσης το μενού, πρέπει να έχει οπωσδήποτε μουσακά, και παπουτσάκια, και γύρο. Τέτοια τρωνε οι έλληνες άλλωστε, όχι τα άλλα τα μοντέρνα.

Πρέπει ο ντιτζές να έχει πλήρη γνώση του ρεπερτορίου των ΒαζεοΓιαννούληδων, καθώς και όλες τις πιθανές ενορχηστρώσεις των αριστουργημάτων τους που έχουν γίνει στην Π. Ράλλη αλλά και στα περίχωρα των Τρικάλων. Αυτά χορεύει ο κόσμος τα άλλα δεν κάνουν κέφι είναι για τα ραδιόφωνα.

Και φυσικά πρέπει, πρέπει λεω, να χορέψουν όλο το ρεπερτόριο, καθώς για κάποιον ανεξήγητο λόγο το ζευγάρι είναι το πιο ξεκούραστο, το πιο χαρούμενο με τα πιο πάνω δρώμενα, και το πιο χορεφταρούδικο. Κάτι σαν τον Τραβόλτα ένα πράμα. Το άγχος μερικών, κυρίως ανδρών, ότι πρέπει να χορέψουν στον γάμο τους, τους έχει οδηγήσει σε σχολές χορού, όπου μαθαίνουν Τάνγκο και άλλα τέτοια λατινοαμερικάνικα, μέσα σε ένα κλίμα απόλυτου ρεζιλέματος.

Η δεξίωσης συνήθως αρχίζει με το αγαπημένο τραγούδι του ζεύγους, όπου ποτέ δεν είναι το πραγματικά αγαπημένο τραγούδι του ζεύγους, γιατί σε αυτούς αρέσει το σμελ λάικ τιν σπιριτ των Νιρβάνα, αλλά αν ακούσει η θεία Μπουμπού, που κάτι σκαμπάζει από αγγλικά το Load up on guns, bring your friends, με την αγριοφωνάρα του Κομπέιν, δεν μας φτάνει ο Χόντος όλος για να την συνεφέρουν. Έτσι το αγαπημένο τραγούδι είναι ένα από τα 10 πρώτα της λίστας μπεστ λοβ σονγκς εβερ, του γιουτιουμπ, και ας μην το είχανε χορέψει ποτέ ως χαζο-χαρουμενο-τραγουδο.

Αφού τα έχουν κάνει όλα βέβαια, επαναστατούν σε κάτι χαζό, όπως, «δεν θα γυρίζω από τραπέζι σε τραπέζι με τον αφρίζον οίνο στο χέρι να με φιλήσουν όλες οι ηλίθιες ξαδέλφες σου με τα κραγιόν τους!!!». Ή το άλλο, «εγώ δεν θα κάτσω να φιλιέμαι κάθε φορά που βαριούνται αυτοί και χτυπάνε τα πιάτα, να τα σπάσουν!».

Έτσι είναι ο παραδοσιακός Ελληνικός γάμος, μέσα στην χαρά και την ευτυχία. Τον έζησα την περασμένη βδομάδα με συγγενή.

Αννικούλα να ζήσετε !!!! (μάλλον ο δικός σου γάμος θα διαφέρει!)

Ένα αριστοκρατικό φαγάκι για νιόπαντρους.

Μοσχάρι με πλιγούρι

1 ½ φλιτζάνι πλιγούρι
4 φλιτζάνια νερό
500 γραμμάρια μοσχάρι κομμένο σε μπουκίτσες
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
2 μεγάλες φρέσκες ντομάτες ξεφλουδισμένες και ψιλοκομμένες
150 γραμμάρια φρέσκο βούτυρο
αλάτι και πιπέρι, μοσχοκάρυδο και κανέλα

Σοτάρουμε το κρεμμύδι στο βούτυρο μέχρι να μαλακώσει, και όταν γίνει δυναμώνουμε τη φωτιά και προσθέτουμε το κρέας να το τσιγαρίσουμε καλά, μέχρι να ροδίσει. Προσθέτουμε τις ντομάτες, αλάτι και πιπέρι, το μοσχοκάρυδο και λίγη κανέλα, λίγο νερό και μαγειρεύουμε το κρέας σε μέτρια φωτιά για 1 ώρα. Προσθέτουμε το υπόλοιπο νερό, και το πλιγούρι, ανακατεύουμε, και βράζουμε σε μέτρια φωτιά για 30 λεπτά, συμπληρώνοντας λίγο νερό αν χρειαστεί, μέχρι να γίνει.
Σερβίρετε αμέσως.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Παντελόνια

Ξέρω ότι χάθηκα τις τελευταίες μέρες, αλλά τι να σας πω, πολλά πράγματα έχω βάλει στη μέση, και τελικά δεν τα προλαβαίνω όλα.

Είναι πολλά τα θέματα που μου έχουν εξάψει τη φαντασία, πολλά τα συμβάντα που με έχουν ερεθίσει, πολλά τα γεγονότα που με κάνουν να θέλω να βγω από τα ρούχα μου. Για το τελευταίο σας διαβεβαιώ ότι η απειλή είναι τεράστια και να προσέχετε όλοι εσείς γιατί έτσι και το πραγματοποιήσω, τα εμφράγματα θα διπλασιαστούν το λιγότερο.

Μέσα στα πολλά που παίζουν στο μυαλό μου όμως, ξεχωρίζει ένα και μοναδικό, το παντελονάτο της κυρίας Πελέκη-Βουλγαράκη-τα παω καλα με το παπαδαριό. Δεν είναι το εκδικητικό γ... που επεφύλαξε στη εθνική μας Βραχονησίδα, δεν είναι οι γαργαλιστικές λεπτομέρειες με τις οποίες μας βομβάρδισαν τα μίντια, δεν είναι το θέμα αυτό καθ΄ εαυτό, το σκάνδαλο δηλαδή του Βατοπαιδίου, είναι η έκφραση!

Προφανώς η κυρία αυτή θεωρεί ότι ευθύνη αναλαμβάνουν μόνον όσοι φορούνε παντελόνια, και παντελόνια φοράνε μόνον όσοι είναι Άνδρες. Έτσι! Τίποτε άλλο.

Εμένα η μάνα μου έφτυσε αίμα εκεί τη δεκαετία του ΄70 για να μην υπάρχουν καν τέτοιες εκφράσεις, τέτοιες νοοτροπίες, και έρχεται τώρα μια κυρία, μορφωμένη, θεωρητικά ανεξάρτητη, της ανώτατης κοινωνίας (μη χέσω!), και μέσα στη βουλή, ισοπεδώνει όλα όσα έχουν γίνει για την ισότητα των δύο φύλων.

Βεβαίως αυτή έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει ότι είναι υποδεέστερη των ανδρών. Ειδικά με άνδρες του βεληνεκούς του κυρίου Βουλγαράκη, για να μην μιλήσω για το αντικείμενο της κριτικής της, με τους οποίους συναναστρέφεται, είναι λογικό και επόμενο η γυναίκα να μην αισθάνεται καλά, και να θεωρεί ότι ο άνδρας ο σωστός, ο τίμιος, ο πρέπων, που φοράει τα παντελόνια του, και τα τιμά, αναλαμβάνει τη ευθύνη! Σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, που δεν φοράνε παντελόνια, ή δεν τιμούνε τα παντελόνια τους, άνθρωποι σαν εμένα για παράδειγμα, που τώρα τελευταία το έχω ρίξει στις φούστες γιατί μου κάνουν καλούς αστραγάλους, που δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη των πράξεών μας.

Από την άλλη μπορεί οι ήρωές της να είναι οι μάτσο τύποι, οι «σκάσε μωρή», οι «άντε πλύνε κανα πιάτο», οι «η γυναίκα είναι λουλούδι» και όλοι οι υπόλοιποι σαχλαμπούχλες της φυτρώνουν σε τούτα δω τα μέρη. Εμένα δεν με νοιάζει αυτή την παιδεία έχει έτσι σκέφτεται, αλλά να αναρωτιέμαι: μα κανένας δεν προσβλήθηκε από την ποιότητα και τον συντηρητισμό της έκφρασης; μα καλά τίποτα δεν έχει αλλάξει σε αυτή τη χώρα; Ακόμα ισχύει το .... δεν είσαι άνδρας ρε!!!

Αύριο θα σας γράψω για τα βιβλία που διάβασα τελευταία και πολύ μου άρεσαν και πολύ τα χάρηκα. Σήμερα όμως θα σας γράψω για ένα φαγάκι που μόλις έφτιαξα και αν και δεν το έφαγα, απλά το δοκίμασα, μου άρεσε πολύ και πραγματικά ... έγινε σε 10 λεπτά. Είχα ένα άδειο ψυγείο και λίγα πράγματα στον καταψύκτη. Έπρεπε όμως κάτι να φτιάξω γιατί έχω καθαρίστρια και μην πεινάσει η έρημη η εργαζόμενη. Βάζοντας κάτω τα ελάχιστα που υπήρχαν στο σπίτι βγήκε ...

Ρύζι με ανάμικτα θαλασσινά

1 πακέτο κατεψυγμένα ανάμεικτα θαλασσινά
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1 σκελίδα σκόρδου λιωμένη
1 φλιτζάνι ρύζι μπαρμπα μπέν (αυτό που βράζει σε 10 λεπτά)
1 ποτηράκι του κρασιού λευκό κρασί
1 κουταλιά της σούπας πελτέ ντομάτας
λάδι
ξύσμα από μισό λεμόνι, χυμό από μισό λεμόνι
αλάτι, μπόλικο πιπέρι
2 κλαράκια από φρέσκο θυμάρι (αν δεν έχετε βάλτε ότι αρωματικό έχετε, ρίγανη, μαϊντανό, άνηθο, ...)

Βάζουμε σε μία κατσαρολίτσα το λάδι να ζεσταθεί και σοτάρουμε σε μέτρια φωτιά το κρεμμύδι αρχικά και μετά το σκόρδο. Όταν μαλακώσουν και γίνει διάφανο το κρεμμυδάκι, προσθέτουμε και το ρύζι και το σοτάρουμε και αυτό για λίγο να πάρει λαδάκι και να γυαλίσει. Σβήνουμε με το κρασί και το αφήνουμε λίγο να πάρει κανα δύο βράσεις να φύγει το αλκοόλ, και μετά προσθέτουμε τον πελτέ διαλυμένο σε 1 ½ φλιτζάνι νερό. Αλάτι πιπέρι, το ξύσμα από το λεμόνι και τα κλαράκια με το φρέσκο θυμάρι στην κατσαρόλα και αφήνουμε να βράσει σε μέτρια φωτιά για 5 λεπτά. Προσθέτουμε τα θαλασσινά που τα έχουμε ξεπαγώσει λιγάκι, και εάν χρειάζεται λίγο νερό ακόμα. Τα βράζουμε όλα για άλλα 5 – 7 λεπτά μέχρι να πιει σχεδόν όλο το νερό και να γίνει το ρύζι. Πετάμε τα κλαράκια από θυμάρι πριν το σερβίρουμε, ραντίζοντας με τον χυμό του λεμονιού.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Η ουρά

Κάθε πρωί δρόμο παίρνω και δρόμο αφήνω να πάω στη δουλειά. Με το δισάκι μου στον ώμο που λεει και το άσμα, διαβαίνω τον δρόμο για την εργασία. Ποιος είναι αυτός ο δρόμος; Η Αττική οδός βεβαίως βεβαίως, με τα 2,8 ευρώπουλα διόδια, με τις λωρίδες τις, το πρασινάκι της, το χαμόγελο και την ευγένεια. Βέβαια αν μου έδιναν εμένα τόσα λεφτά τόσοι άνθρωποι, όχι μόνο ευγενικιά θα ήμουνα αλλά και τα χέρια θα τους φίλαγα!

Εκεί λοιπόν που λετε σε αυτό το μεγάλο δρόμο, μια μεγάλη απελπισία μπορεί να σε πιάσει, μία τάση αυτοκτονίας, ένας ντουβρουτζάς ένα κάτι. Γιατί στο τέλος του μεγάλου αυτού δρόμου, υπάρχει η μεγάλη ουρά, ο μεγάλος θυμός, ο μεγάλος φορτηγατζής, για να μην σας πω και ο μεγάλος Λεμπόφσκι (για όσους θυμούνται την αριστουργηματική ταινία με τον Τζέφ Μπρίτζες).

Κάθε μέρα περνάω απ΄ εκεί. Οι φορτηγατζήδες στην προσπάθειά τους να κρατήσουν τα κεκτημένα τους, έχουν παρκάρει τα φορτηγά στην εθνική οδό. Αυτό το σημείο στη γέφυρα της μεταμόρφωσης ήταν πάντα δύσκολο φαντάσου που έχουν παρκάρει και τα φορτηγά στα πλάγια, γίνετε της μουρλής.

Μιας και έχει κλείσει η εθνική, το απίστευτο μποτιλάρισμα έχει μεταφερθεί στον μεγάλο μας δρόμο! Μέσα στην αττική οδό με τις 4 λωρίδες ανά κυκλοφορία όπου και να γυρίζεις το μάτι σου βλέπεις αυτοκίνητα σταματημένα, σαν να βλέπεις τα πάρκινγκ του ΟΔΔΥ από ψηλά. Τη Δευτέρα, κάτι ψυλλιάστηκα βλέποντας πάλι τον Τζωρζάτο στην τηλεόραση, και δεν μπήκα, έκανα τον γύρο του κόσμου μέσα από την Κηφισιά, και τα Μελίσσια. Φτάνω στο γραφείο μετά από μία ώρα, κατά τις 9:30 και ήμουνα μόνη μου! Τα έχασα, όταν μετά από μία ώρα κατά τις 10:30 ήρθαν οι υπόλοιποι συνάδελφοι, κατάλαβα πόσο σοφή ήταν η κίνησή μου.

Τα νεύρα όλων δεν ήταν τσατάλια, δεν ήταν κουρέλια, δεν ήταν μαρμελάδες ήταν πολύ χειρότερα. Δεν μίλαγαν. Δεν έλεγαν τι τράβηξαν, ήθελαν απλά να ξεχάσουν. Μέσα τους όμως έβραζαν. Όταν κατά τις 14:00 έγινε μία συνηθισμένη μάλλον στραβή, πάνω στη δουλειά απ΄ αυτές που συμβαίνουν πολύ συχνά, η Αννίκα έβαλε κάτι κλάματα, με δάκρυ κορόμηλο, με λυγμούς με απ΄ όλα! Τρομάξαμε να το συνεφέρουμε το παιδί. Εγώ δεν κατάλαβα την αιτία αυτής της τραγωδίας, οι άλλοι όμως μου είπανε συνωμοτικά .... την καταλαβαίνουμε ... εσύ δεν το έζησες!

Φεύγοντας από το γραφείο για το αεροδρόμιο (είπαμε πήγα Ρουμανία) ήταν φούλ τα φορτηγά παραταγμένα και μιας και είναι μεσημεριανή ώρα, τα λαμόγια ήταν όλα εκεί, είχαν καταπατήσει άλλη μία μισή λωρίδα είχαν απλώσει τραπεζάκια και καρέκλες και έκαναν καφενείο καπνίζοντας με τις φραπεδιές στο χέρι. Πάνω στην εθνική!!! Τα είχα πάρει στο κρανίο, ίσως κάποτε να αμφιταλαντεύτηκα για ένα κάποιο δίκιο των αιτημάτων τους, τώρα είμαι σίγουρη ότι μιλάμε για λαμόγια ολκής! Μου βγαίνει και το ρατσιστικό επιπλέον, όταν τους βλέπω στην τηλεόραση να μην μπορούν να αρθρώσουν καν μια στοιχειώδη πρόταση, ένα επιχείρημα και μόνο να φωνάζουν και να γκαρίζουν ξέρουν, γίνομαι άλλος άνθρωπος λεω ότι είμαι ανώτερη απ΄ αυτούς! Μετά βέβαια μετανιώνω.

Χτες πέρασα από δίπλα τους ξυστά. Ήθελα πραγματικά να πέσω απάνω τους, να τους πατήσω, δεν μπορεί, σκεφτόμουνα κάποιο ελαφρυντικό θα μου βρει ο δικαστής, κάτι εν βρασμό ψυχής, κάτι τέλος πάντων! Αρχίσανε και με βρίζανε και με μουντζώνανε, βγάζω και εγώ μεγαλοπρεπέστατα το μικροσκοπικό και χαριτωμένο χεράκι μου και τους κάνω ένα ωραιότατο κωλοδάχτυλο, που όμοιό του δεν έχουν ξαναδεί τα μανάρια μου.

Ζούμε δύσκολη εποχή, είμαι και σε επικίνδυνη ηλικία, το σαραντακάτι δεν γιατρεύεται πουλάκια μου, μην με σπρώχνετε στα άκρα με πολύωρα μποτιλιαρίσματα και άλλα τέτοια, δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος κύριε Τζωρτζάτε μου. Και ψίτ κύριε αδικημένε εργάτη, μην πετάς τα σκουπίδια σου χάμω, ούτε να κατουράς στον δρόμο, δεν μπορείς να περάσεις πλέον από εκεί, μυρίζει σαν χωματερή, έλεος πια.

Το σημερινό φαγάκι είναι για μαμάδες πολυάσχολες, με παιδάκια που τους αρέσει το κοτόπουλο.

Κοτόπουλο φούρνου με μπύρα

1 μέτριο κοτόπουλο καθαρισμένο, πλυμένο, τα πάντα
150 γραμμάρια κεφαλοτύρι σε μεγάλους κύβους
1 μικρή ντομάτα
αλάτι, πιπέρι
μίγμα μπαχαρικών για κοτόπουλο ή ρίγανη
1 κουτάκι μπύρα

Αλατίζουμε και μπαχαριάζουμε το κοτόπουλο μέσα έξω καλά. Βάζουμε την ντομάτα ολόκληρη και τη γραβιέρα στην κοιλιά και την κλείνουμε λίγο με οδοντογλυφίδες για να μην μας χυθεί το τυρί στο ψήσιμο. Ακουμπάμε το κοτόπουλο στο κέντρο ενός πυρέξ και το περιχύνουμε με την μπύρα. Το ψήνουμε στους 180 βαθμούς αέρα για 1 ½ ώρα. Μέχρι τότε και η μπύρα έχει εξατμιστεί, και το κοτόπουλο έχει γίνει και ξεροψηθεί! Θέλει πατάτα τηγανιτή ή πουρέ. Μην ψήσετε και πατάτες μαζί, δεν πολυπάνε με την μπύρα. Στην κοιλιά μπορείτε να προσθέσετε και 1-2 φέτες μπέικον ή αντί για ντοματότυρο να βάλετε ένα κρεμμύδι και 2-3 σκελίδες σκόρδου. Πιο ωραίο κατά τη γνώμη μου, αλλά μάλλον τα παιδιά θέλουν τα τυριά!

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Υπουργείο Γεύσης

Πάντα έλεγα ότι ένα καλό γεύμα είναι πολιτισμός. Να σαβουριάζεις χάμπουργερ και άλλες βλακείες όπως τα αμερικανάκια είναι, και βέβαια, μεγάλη υποκουλτούρα. Επίσης εκτιμώ ιδιαίτερα τους ανθρώπους που ξέρουν να τρωνε. Προσοχή όχι αυτούς που χλαπακιάζουν άνευ συναίσθησης τα πάντα αρκεί να είναι πολλά και λιπαρά, όχι βέβαια. Ούτε και τους άλλους τους δήθεν, που δεν αντιλαμβάνονται ένα καλό φαγητό αλλά το κρίνουν από την τιμή του και το τουπέ του γκαρσονιού που στο σερβίρει.

Αυτοί όμως που θα εκτιμήσουν πραγματικά ένα καλό κοκκινιστό, θα μυρίσουν την κανέλα και στο μοσχοκάρυδο, θα καταλάβουν το κάρδαμο στη ντοματοσαλάτα, θα υποδεχτούν με θέρμη την απλότητα της αλατσοελιάς, θα καταλάβουν την αξία ενός ώριμου μανουριού Θεσσαλίας. Αυτοί που ξέρουν να τρωνε.

Πρόσφατα ο κυρ Ηλίας ο Μαμαλάκης έχασε τη γυναίκα του, μέσα στη θλίψη του ο άνθρωπος έγραψε ένα πολύ ωραίο άρθρο για τη θρέψη. Βέβαια ο πιο ουσιαστικός σκοπός του φαγητού είναι η θρέψη, και σε δύσκολες περιόδους, πείνας ή και αρρώστιας, το να θραφεί για να επιβιώσει ο αγαπημένος μας είναι το πιο σημαντικό.

Αλλά στη ζωή μας κυρίως δεν περνάμε περιόδους πείνας, και ελπίζουμε οι αρρώστιες να είναι μακριά από εμάς, γιατί λοιπόν να μην τρωμε νόστιμα, σωστά, υγιεινά και γιατί όχι οικολογικά?

Να τρωμε τα λαχανικά στην εποχή τους, προϊόντα από τον τόπο μας, χωρίς πολλά ενεργοβόρα και καταστροφικά για την σιλουέτα και την υγεία μας τηγάνια, χωρίς πολύ κρέας, με λίγο ελαιόλαδο, με μπόλικο σκόρδο, βιολογικά, χωρίς φυτοφάρμακα, ......

Αυτά ακριβώς λοιπόν σκεφτόμουνα ότι θα μας φέρει ένα υπουργείο διατροφής, όπως άκουσα ότι δημιουργείται. Να πάνε στα σχολεία, να μάθουν στα παιδιά να τρώνε, όχι μόνο πατατάκια και κρουασάν, να πάνε στα σουβλατζίδικα να μάθουν τους ψήστες να κάνουν τις πίτες αλάδωτες – και να βάζουν και λίγο μαϊντανό στο κρεμμυδάκι, έλεος επιτέλους με την ανοστιά! – να μάθουν στον κόσμο ότι το ρεγκάτο και το γκούντα δεν είναι τυριά, από γάλα, πλαστικούρες είναι το φελέκι μου, που τα αγοράζουν με τους τόνους λες και δεν βγάζει τυριά αυτή η χώρα. Να μάθουν στους επίδοξους τηλεοπτικούς μάγειρες ότι η κρέμα γάλακτος δεν είναι γιατρειά για τα πάντα που τη βάζουν παντού, μόνο γεμιστά με κρέμα γάλακτος δεν έχω δει να φτιάχνουν.

Επίσης να μάθουμε επιτέλους ότι το φαγητό είναι αγάπη, και όχι υποχρέωση για να στεκόμαστε στα πόδια μας. Είναι πολιτισμός.

Βέβαια, σε αυτό το υπουργείο ο Γιωργάκης δεν έβαλε έναν Πάγκαλο, έναν Βενιζέλο, να το χαρούν λιγάκι το πράμα, αν και νομίζω ότι μάλλον σαβουριάζουν αυτοί οι δύο. Έβαλε τον αγαπημένο όλων μας, το γκομενάκι τον Loverδο (έτσι τον λεει η Λουκρητία μία πολύ εμπνευσμένη μπλόγκερ, που πολύ πάω), που και το σούσι ξέρει το παιδί και τη μοριακή την έχει κατακτήσει το παλικάρι.

Είναι στιλάτος, Γιώργος στάιλ, καλοντυμένος, λίγο κοντός βέβαια αλλά το παραβλέπουμε, και με όμορφη γυναίκα. Να σε πάει αυτός στου Λαζάρου να μην σου μείνει πεσκανδρίτσα στο πιάτο.

Αντε να δούμε λοιπόν τι στο καλό θα κάνει και αυτό το παλικάρι με τη διατροφή. Πιστεύω όμως ότι λόγω πρότερης θητείας στο συντάξεων, έχει λετζίτιμέιτ συμφέρον να μας ταΐζει κρέμες γάλακτος και μπέικα, μπας και τα τινάξουμε και γλιτώσουν τα ταμεία. Μάλιστα το έχει λάβει υπόψη του στις αναλογιστικές που έκανε.

Από τα παραπάνω ελπίζω να καταλάβατε ότι η σημερινή συνταγή είναι α) ντόπια β) υγιεινή γ) εποχική ...

Γλυκό του κουταλιού σταφύλι (το αγαπημένο του παιδικού μου φίλου Γιάννη)

1 κιλό σταφύλια σταφίδα, βιολογικά, με μικρές ρόγες και σφιχτές
½ κιλό ζάχαρη
½ φλιτζάνι νερό
χυμός από ½ λεμόνι
3 φύλα αρμπαρόριζα (προαιρετικά, αν δεν έχετε ελάτε σπίτι μου να πάρετε, αν και όλα τα φυτώρια τέτοια εποχή είναι τίγκα στην αρμπαρόριζα)

Πλένουμε σχολαστικά και ξερογιάζουμε το σταφύλι. Σε μία μεγάλη κατσαρόλα στρώνουμε μία στρώση ρόγες, πασπαλίζουμε με μπόλικη ζάχαρη, πάλι στρώνουμε ρώγες, πάλι ζάχαρη, μέχρι να τελειώσουν. Σκεπάζουμε την κατσαρόλα και την αφήνουμε όλη τη νύχτα στο ψυγείο. Δεν ανακατεύουμε τα σταφύλια για να μην μας σπάσουν οι ρώγες. Την άλλη μέρα βάζουμε την κατσαρόλα στην εστία στη χαμηλότερη θερμοκρασία (τα έβαλα στο 2 με μέγιστο το 9) και τα ζεσταίνουμε μέχρι να λιώσει η ζάχαρη και να κατεβάσουν τα σταφύλια λίγο υγρό, για 45 λεπτά με μία ώρα. Μετά ανεβάζουμε τη θερμοκρασία λίγο πιο πάνω από το μέτριο και προσθέτουμε το νερό. Βράζουμε και ξαφρίζουμε μέχρι να δέσει το σιρόπι. Προσθέτουμε και το λεμόνι και την αρμπαρόριζα και τα αφήνουμε λίγα λεπτά να αρωματιστεί το γλυκό. Προσοχή στο ανακάτεμα, πάντα με καθαρή ξύλινη κουτάλα και πού μαλακά ώστε να μην μας σπάσουν τα σταφυλάκια μας.

Τώρα γιατί αυτό είναι υγιεινό; Γιατί τρως μία κουταλιά με ένα γιαουρτάκι, και έχεις το γλυκό της ημέρας, απαλλάσσοντας τον εαυτό σου από τα πολλά λιπαρά και την υπερβολική ζάχαρη μιας τούρτας. Για αυτό !

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Romania

Ειμαι στη Ρουμανία παιδες. Δηλαδή δεν είμαι ακόμα, τρέχω σαν τρελή μπας και προλάβω και πάω. Εχω και να βάλω Βενζίνη, ... να βρώ δηλαδή βενζινάδικο ανευ ουράς για να βάλω βενζίνη. Τι να σας λέω; μές στη τρεχάλα....

Τα λέμε την Πεφτη, όπου σκοπεύω να είμαι πίσω, αν όλα πάνε καλά βέβαια.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Ο χαλίφης

Αυτός ο τύπος ο Αλαβάνος, έχει τρελή πλάκα τελικά. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι και ολίγον μουρλός κατά τη γνώμη μου. Τώρα ξέρω ότι προσβάλω τα αριστερά σας αισθήματα, και σας κάνω τα πολιτικά ιδεώδη κιμά, αλλά παρακαλώ παρακολουθήστε με προσοχή την δράση αυτού του ανθρώπου.

Κατ΄ αρχήν ξεκίνησε από το ΚΚΕ γιατί ως γνωστόν ένα είναι το κόμμα και το χρώμα. Είναι βέβαια σαν τη Πρωθυπουργάρα μας, εγγονός, γιος και αδελφός βουλευτών, ακολουθώντας τη προσφιλή συνήθεια των Ελλήνων πολιτικών να κληρονομούν τις έδρες τους. Βέβαια δεν έχω καταλάβει αφού είμαστε ΟΚ με αυτό και τους ψηφίζουμε μία χαρά, τι σόι ζόρι τραβάμε με τη μοναρχία και δεν θέμε εκείνον το αυθεντικά βλαμμένο, τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό κράτους; Άλλο θέμα όμως αυτό.

Για μία χιλιετία και βάλε ήταν ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ. Εκεί έκανε πόλεμο εκ των έσω το παλικάρι. Μέσα στο προπύργιο του καπιταλισμού, προσπαθούσε να τον αλλάξει και να τον γκρεμίσει. Τα αποτελέσματα της δράσης του είναι βέβαια ορατά. Χαμός στο ίσωμα με τον πόλεμο εναντίων του καπιταλισμού. Βέβαια τότε η Λιάνα δεν ήταν κομουνίστρια το κορίτσι και στερηθήκαμε τη χαρά να δούμε αυτούς τους δύο να συζητάνε περί σοσιαλισμού. Κάτι φαντασιώσεις που έχω ώρες ώρες!

Προφανώς το παλικάρι και πολύ άντεξε μέσα στο κόμμα, και όταν γύρισε ο κόσμος τούμπα εκεί κοντά στο 89-90, θυμάστε τείχη πέφτανε, κομουνισμοί γαμιώντανε, θυμάστε ... κάπου εκεί λοιπόν έγινε συνασπισμός. Βέβαια τότε και το κόμμα ήτανε συνασπισμός οπότε μικρή η διαφορά, αλλά το 91 μεσούσης του Μητσοτακισμού, κάνει ένα τσούπ το κόμμα και ξαναγίνετε περήφανο ΚΚΕ και το παλικάρι μας που έπρεπε να διαλέξει, διάλεξε να μείνει μαζί με υπόλοιπα λάιτ συντρόφια στον Συνασπισμό και αν αφήσει την αιματηρή επανάσταση για τη Λιάνα και την Αλέκα.

Όλο αυτό το διάστημα ήταν ευρωβουλευτής βέβαια, μπορεί και ο μακροβιότερος στην ελληνική ομάδα.

Το 2004 μας έφερε, την ολυμπιάδα, το γιούρο, τη νίκη στη γιουροβίζιον και τον Αλλλιέκο στη βουλή και στην προεδρία του Συν. Μεγάλη χρονιά αν δεν το έχετε καταλάβει. Τότε κέρδισε τη μάχη από τον Μιχάλη τον Παπαγιαννάκη που για μένα και κάποιους άλλους ήταν άλλης κλάσης πολιτικός, όχι κολοκύθια με τη ρίγανη! Λέγονται πολλά για αυτή τη μάχη, και καθόλου ωραία για λογαριασμό του Αλέκου μας, αλλά ποιος τώρα ακούει τις κακόβουλες φήμες. Εξάλλου η αριστερά αν κάτι ξέρει να κάνει καλά είναι οι ίντριγκες.

Κάθισε σχεδόν 3 χρόνια σε αυτή τη θέση, ήταν βλέπετε άρρωστος ο κακομοίρης και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Έτσι λέγανε, εγώ τι να ξέρω γιατρός του είμαι; Με μία κίνηση απίστευτης γενναιοδωρίας, παρέδωσε ένα μεγάλο κόμμα που εκείνη τη δύσκολη εποχή έβγαζε δημοκοπικά και ένα 15%, μπορεί και παραπάνω, δεν θυμάμαι, το παρέδωσε λοιπόν στα νιάτα! Εντυπωσιακό εε! Αυτά είναι! Τέτοια κάνει η αριστερά και σε σκλαβώνει, σκεφτόμουνα η αφελής, που δεν είχα καταλάβει τη παράνοια που τον είχε χτυπήσει τον έρημο τον Τηνιακό, και δεν πάει στην παναγία να τον ψάλει λίγο, δύο βήματα δρόμος.

Έκανε πρόεδρο τον Αλέξη! Ωραίο παιδίιιιι, τι να σας λεω, τον βλέπεις στη τηλεόραση εκεί δίπλα στον Πρετεντέρη και αγαλλιάζεις, ανοίγει η καρδιά σου. Είναι και μπαλκονάτος, μια χαρά θα τα πήγαινε. Έλα όμως που ο κυρ Αλέκος, ούτε άρρωστος ήταν ούτε τίποτα και το μετάνιωσε, και πήγε μία μέρα και είπε στον μικρό Αλέξη, «εντάξει τώρα τα παιχνιδάκια σου και σε άλλη παραλία, μιλάει ο μπαμπάς και θέλει να κάτσει αυτός στην καρέκλα». Και ξαναέλα όμως που ο μικρός Αλέξης δεν ήταν τόσο μικρός ούτε τόσο «Αλέξης» και του είπε ένα φοβερό «πρίτς» !

Εκεί άρχισε ο πόλεμος των ρόουζ, μιλάμε για τον κακό χαμό της που...ανας το μπουγαδοκόφινο και άλλα τέτοια ωραία. Πήρε ο Αλέκος 2-3 από την παρέα, κράτησε ο Αλέξης τους υπόλοιπους και εδώ και 3 χρόνια κατάφεραν να κάνουν το μαγαζί καλοκαιρινό.

Ο ένας θέλει να παραμείνει χαλίφης και άλλος θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Με την πολιτική δεν ασχολούνται, όχι βέβαια, πως θα βγάλει ο ένας το μάτι του άλλου, και μόνο. Η γελοιότητα σε όλο της το μεγαλείο, κατά τη δικιά μου γνώμη βέβαια, λες και άλλα προβλήματα δεν έχουμε, παρά μόνο τα προσωπικά παιχνιδάκια τους.

Βέβαια, όσο λαϊκίστικο και να ακούγεται αυτό, και οι δύο το έχουν λύσει το οικονομικό τους, με το χόμπι τους ασχολούνται. Φαινομενικά δεν πολυφταίει ο Αλέξης μας, ο άλλος του κάνει πόλεμο. Εγώ όμως πιστεύω ότι σε όλους τους καυγάδες φταινε πάντα και οι δύο πλευρές, και δεν μπορώ να παραβλέψω ότι είναι μία μάχη για την καρέκλα, για την επικράτηση, για το τίτλο και αν πραγματικά νοιάζεσαι για την πολιτική αυτή καθ’ εαυτή και την ουσία κάνεις και πίσω μερικές φορές, κυρ Αλέξη.

Ο άλλος είναι απλή περίπτωση ψυχασθενούς. Έχει γυναίκα ψυχίατρο το παλικάρι ας κάνει κάτι και αυτή, έλεος επιτέλους, χεστήκαμε για τις φιλοδοξίες του. Και αν τέλος πάντων είναι θεμιτές, που είναι, ας κατέβει στις εκλογές υποψήφιος, μόνος του με την παρέα του, να πάρει 0,00000000004% να το έχει να το χαίρεται, και να μας αφήσει και εμάς ήσυχους. Αμάν πια!

Τώρα είναι η εποχή του δαμάσκηνου, πάρτε να φτιάξετε μαρμελάδες και τσάτνεϊ. Εδώ θα σας δώσω μια συνταγή για ένα νοστιμότατο συνοδευτικό ενός ψητού φιλέτου κοτόπουλο, ή μίας διαιτητικής γαλοπούλας.

Ρύζι με φρέσκα δαμάσκηνα

1 κούπα καστανό ρύζι
¼ της κούπας ξανθές σταφίδες
¼ της κούπας κουκουνάρια καβουρδισμένα σε λίγο βουτυράκι
4 μεγάλα φρέσκα δαμάσκηνα κομμένα σε μικρά κυβάκια
¼ της κούπας χυμό λεμόνι
1 κουταλάκι του γλυκού μουστάρδα
1 κουταλάκι του γλυκού μέλι
½ κούπα λάδι
αλάτι και πιπέρι

Βράζουμε σε μία κατσαρόλα και σύμφωνα με τις οδηγίες 1 κούπα καστανό ρύζι. Το βρασμένο ρύζι το ανακατεύουμε με τις σταφίδες, το κουκουνάρι τα δαμάσκηνα και το αλατοπίπερο. Στο μούλτι χτυπάμε το λάδι με το λεμόνι, τη μουστάρδα και το μέλι και με αυτό περιχύνουμε το ρύζι και ανακατεύουμε καλά.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Χτυπούν το βράδυ στη ταράτσα την Κατερίνα

Γενικώς και ανυπερθέτως, κοιμάμαι νωρίς! Όταν ήμουν μικρή, μου λεει η μάνα μου, ότι δεν έκλεινα μάτι και ταλαιπωρούσα και αυτούς και όλους τους άλλους σε ακτίνα τεσσάρων πολυκατοικιών. Με τον καιρό, αντιλήφθηκα την αξία του ύπνου, και έχω βάλει σκοπό να αναπληρώσω όλα αυτά που έχασα με τις παιδικές μου απερισκεψίες. Αυτή είναι η βασική αιτία που έχασα τον ανασχηματισμό.

Όπως πολλάκις έχω πει, με φτιάχνει η πολιτική. Τρελαίνομαι να τους βλέπω να θέλουν να με σώσουν, και εγώ η πουτ... να μη σώζομαι. Είμαι και μαζόχα και σαδίστρια ταυτόχρονα. Με τον Γιώργο δε, έχω βρει την υγειά μου. Ο άλλος ο καταλληλότερος, μου την έδινε, καθόταν εκεί σαν βραχονησίδα, έτρωγε σουβλάκια και δεν έκανε τίποτα. Τούτος εδώ, τρέχει, γυρνάει, βγάζει λόγους, γράφει άρθρα, μιλάμε σκοτώνετε ο άνθρωπος, και πάλι τίποτα δεν γίνετε!! Αυτή η χώρα έχει κολλήσει στο τίποτα φαίνεται. Άλλο είναι το θέμα μου όμως.

Έκανα που λετε μπειμπισιτινγκ τη Δευτέρα και αφού παίξαμε, φάγαμε, διαβάσαμε και παραμύθια, πέσανε για ύπνο τα μικρά μου, και είπα και εγώ να δω λίγο ειδησούλες, τι μας επιφυλάσσει η λαοπρόβλητη και πολυαγαπημένη μας κυβέρνησης. Αμ δε! Η τηλεόραση του κουμπάρου μου παίζει μόνο ντιβιντι, την έχει αποσυνδέσει για να μην βλέπουν τα παιδιά. Έτσι και εγώ τι να κάνω; πήρα το βιβλίο μου, και διαβάζοντας κοιμήθηκα. Αυτό έγινε Σεπτέμβριο του 2010. Μια όμορφη και δροσερή μέρα. Το πρωί της επομένης ξυπνάω από την ανάσα του σκύλου που είχε σκαρφαλώσει στο κρεβάτι και με κοίταζε περιμένοντας να σηκωθώ να τον πάω για σκυλοπιπι. Αφού έβαλα μία τσιρίδα, διότι όπως και να το κάνουμε ωραία τα σκυλάκια αλλά μακριά από τα σεντόνια μου!, έβαλα καφέ και άνοιξα το λαπιτοπι μιας και είχα πάθει σύνδρομο στέρησης ειδήσεων.

Εκεί κατάλαβα την τεράστια ανατροπή που είχε βάλει μπρος ο παμμέγιστος. Νέα κυβέρνησης, άλλη, διαφορετική, νέα λέμε. Τι και αν αποτελείτε από τα ίδια ρούχα φορεμένα ανάποδα, είναι νέα λέμε, λήξης. Και όχι απλώς νέα κυβέρνηση αλλά γυρίζουμε και τον χρόνο πίσω, εκεί στο 1989 όπου ο Χυτήρης απάγγελνε στιχάκια έξω από το Χερφιλντ, στο 1978 όπου ο νέος πρόεδρος της ΕΦΕΕ σύντροφος Παπουτσής διεκδικούσε τη αιματοβαμμένη σημαία του πολυτεχνείου για φύλαξη, στο 1985 όπου ο Σκανδαλίδης ως διευθυντής της εφημερίδας Εξόρμηση (!) κατακεραύνωνε τη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη.

Τότε το κατάλαβα το σχέδιο. Γυρίζουμε το χρόνο πίσω, τότε που το χρέος ήταν μικρότερο, τότε που δεν είχαμε το μνημόνιο, τότε ... σε εκείνες τις αθώες εποχές, σατανικ Τζώρζ! Τρέχω γρήγορα στον καθρέφτη, τότε βλέπετε ήμουνα και 20 κιλά λιγότερο! Ήλπιζα ότι ο ΓΑΠ και αυτό το όνειρό μου θα το πραγματοποιούσε, όπως με την υποστήριξη Καμίνη. Ούστ απ’ δω ο άχρηστος! Φώναξα. Δράμι δεν είχα χάσει.

Ξαναγυρίζω στο ιντερνετ. Φεύγει η Λούκα από το Ανάπτυξης πάει στο Εργασίας, είναι γιατί είναι ευέλικτη και θα τα πάει καλά με τους συνδικαλιστές. Εξάλλου ο τρόπος που χειρίστηκε την απεργία των Ναυτεργατών, από φέτος θα διδάσκετε στο Φλέτσερ Σκουλ οφ Γκοβερνμεντ. Φεύγει η Μαριλίζα από το Υγείας (και που ήταν τι έγινε δηλαδή?) και πάει στο Εξωτερικών, μιας και ξέρει καλά τις Βρυξέλες ήταν διευθύντρια του γραφείου του επιτρόπου Παπουτσή άλλωστε. Δηλαδή, έφυγε κανείς; ή απλά αλλάξανε γραφεία;

Η επικαιρότητα βέβαια φρόντισε να με ενημερώσει ότι η μόνη που έφυγε ήταν η Κατερίνα. Την γυναίκα δεν την ξέρω και μιας και δεν είμαι αγρότισσα αδυνατώ να καταλάβω αν ήταν καλή στη δουλειά της ή όχι. Αυτά όμως που ακούω από τους «πάντα πληροφορημένους» και εσαεί άσχετους και φαντασιόπληκτους δημοσιογράφους, είναι ότι στην περίπτωση της κυρίας, ο ΓΑΠ τα έχει πάρει στο κρανίο, την απέπεμψε από την κυβέρνηση, δεν θα την ξαναβάλει στις λίστες, θα την διαγράψει από το ΠΑΣΟΚ, θα την διώξει από τη χώρα, θα τις κάνει φάλαγγα, θα τις βγάλει τα νύχια και θα την κουρέψει γουλί την τεντιμπόισα!! Του αντιμίλησε λένε, δεν δέχτηκε να πάει να γίνει δεν ξέρω και ΄γω τι, του είπε Όχι. Τι και αν αυτό το όχι το εισέπραξε και από δεκάδες άλλους, ο Γαπ με αυτήν τα έχει βάλει, αυτή φταιει για τα πάντα, όλα τα δεινά που περνάμε ως χώρα και ως λαός, τα πάντα όλα, η Κατερίνα.

Και τώρα που έφυγε από την Κυβέρνηση και ανέλαβε το «με έδερνε για αυτό θα του τα φαω όλα», να δείτε τι ωραία που θα είναι η ζωή σας, θα ξεθάψετε τα μαγκάλια από την κατοχή για να ζεσταθείτε το χειμώνα, αλλά θα έχετε υπουργούς που δεν λένε όχι.

Σας έχω γράψει για το τσάτνεϊ και το πόσο μου αρέσει αυτή η γλυκόξινη μαρμελάδα που συνοδεύει υπέροχα τυριά και κρέατα. Σήμερα θα σας γράψω ένα καταπληκτικό τσάτνεϊ λεμόνι που έφτιαξα τη Κυριακή για να συνοδεύσω ένα χαλούμι που είχε ξεμείνει στο ψυγείο μου (του Δρίσκα βέβαια).

Τσάτνεϊ λεμόνι

Ξύσμα απο 3 λεμόνια
Ψίχα από 3 λεμόνια ψιλοκομμένη
¼ του φλιτζανιού ζάχαρη
4 κουταλιές της σούπας μπαλσάμικο
100 γραμμάρια ξερά βερίκοκα
1 πιπερίτσα τσίλι ψιλοκομμένη
1 κουταλιά του γλυκού τριμμένο τζίντζερ
1 κουταλιά αλάτι
1 κουταλάκι του γλυκού μαυροκούκι

Βάζουμε όλα τα υλικά σε μία κατσαρολίτσα και τα σιγοβράζουμε για 30 λεπτά μέχρι να δέσουν και να γίνουν μαρμελάδα. Αφήστε το να κρυώσει καλά και βάλτε το σε βάζο στο ψυγείο. Δένει πολύ καλά με ψητό χαλούμι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα είναι υπέροχο με μία φέτα ψητού τόνου!!

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Γιου Του;

Από πέρσι είχα αγοράσει τα εισιτήρια, είχα προπληρώσει τα 70 ευρόπουλα χωρίς πολύ σκέψη και χωρίς να με νοιάξει λεπτό αν θα γινόταν η συναυλία ή αν θα ακυρωνόταν τελευταία στιγμή όπως των Ρολινγκ Στοουνς παλιότερα. Εξάλλου ο Μπόνο δεν σκαρφαλώνει σε κοκκοφοίνικες τεστάροντας το καλύτερο χόρτο, όπως ο Κιθ Ριτσαρντς, με άλλα φτιάχνετε τούτο το παλικάρι.

Μπορούμε να μιλάμε, να συμφωνούμε και να μαλώνουμε όσο θέλετε για την ακτιβιστική του διαδρομή, για αυτόν τον λάιτ ακτιβισμό του που τον οδηγεί να συνομιλεί με δικτατορίσκους σας τον Μεντβέγιεφ, για την πολυπραγμοσύνη του όπου ασχολείται και σχολιάζει τα πάντα, αλλά και για τον αντίκτυπο όλων αυτών στις πωλήσεις του, για ότι θέλετε να μιλήσουμε, αλλά όχι για τη μουσική του! Εδώ βάζω βέτο.

Πάντα μου άρεσαν οι U2, όσο και αν μου την έδινε ο Μπόνο με τα μονίμως άσχημα γυαλιά μάσκα που φοράει ακόμα και στο κρεβάτι του. Για εμένα U2 είναι ο Εντζ που και σαν γκόμενος μου πάει περισσότερο (και ας μην υπάρχει τρίχα κάτω από αυτό το σκουφί) αλλά και γιατί μάλλον αυτός είναι ο μουσικός πίσω από το συγκρότημα. Βέβαια η μαύρη αλήθεια είναι ότι εγώ δεν καταλαβαίνω γρί από μουσική, με το ζόρι ξέρω τις νότες δηλαδή, και τα μουσικά μου γούστα βασίζονται απόλυτα στα ζωώδη μου ένστικτα που απαντάνε στο μου αρέσει δεν μου αρέσει. Τόσο απλά τα πράγματα δηλαδή. Όχι όπως οι άλλοι που κάθονται και σχολιάζουν τα ακόρντα του Ανταμ Κλέιτον όταν κατά βάθος πιστεύουν ότι το μπάσο είναι κάτι σαν τη Βιόλα ένα πράγμα. Βέβαια πως να το κάνουμε η Ελλάδα είναι γεμάτη από κομπλεξικούς, και πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους.

Επειδή λοιπόν μου αρέσει πάρα μα πάρα πολύ η μουσική των U2, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι δεν θα πάω. Βέβαια ήμουνα σίγουρη ότι θα δούμε ένα μεγάλο υπερθέαμα με φώτα, καπνούς, εφέ, τα πάντα, και έτσι έπρεπε να έχω πόστο καλό, πόστο πιασάρικο, κερκίδα λοιπόν ήταν η απόφαση που συμπαρέσυρε και τους υπόλοιπους της παρέας, που κάνουν ότι θέλω εγώ όταν τους λεω ότι είμαι άρρωστη και δεν μπορώ!!! (μιλάμε για σατανικό σχέδιο έτσι ....)

Από την κερκίδα μας λοιπόν είχαμε μία πολύ ωραία θέα στο τεράστιο κακόγουστο χταπόδι που είχε στηθεί καταμεσής του σταδίου, όπως φαίνεται και από τη φωτό ...



... είναι η στιγμή που η τετράδα μπαίνει στο γήπεδο, τα μεγάφωνα παίζουν το ασύλληπτο Space Oddity του Ντέιβιντ Μπάουι, ….. Ground control to major Tom .... tribune σε μια άλλη εποχή. Όλα τα φώτα του σταδίου αναμμένα, άπλετο φως παντού.

Εκεί που οι πάντες επευφημούν τους πάντες, πέφτει σκοτάδι μαύρο και για τις επόμενες 2 ώρες το χταπόδι άλλαζε χρώματα σαν τρελό .... ο Μπόνο γύρναγε γύρω γύρω όπως όλοι οι σταρ αυτού του επιπέδου, η τεράστια οθόνη ανεβοκατέβαινε, μεγάλωνε – μίκραινε, ένας χαμός μιλάμε ... δεν μπορώ να περιγράψω.





Κάποια στιγμή άρχισε να λεει τις ιστορίες του, για την κρίση, τα χάλια μας και τα δικά τους βέβαια, Ιρλανδός είναι ο τύπος, και μέσα σε ένα γενικό κωλογλείψιμο για το πόσο σπουδαίος λαός είμαστε, ονόμασε τον Ετζ Ζέους, τον εαυτό του Μεγα Αλέξανδρο και το μόνο που δεν μας είπε, ωσάν άλλος αρχαιόπληκτος Αδωνης, είναι ότι είμαστε οι εκλεκτοί του θεού! Αυτό όμως το πιστεύουμε έτσι και αλλιώς για τον εαυτό μας, οπότε ο Μπόνο απλά θα το επιβεβαίωνε.

Ο επαρχιωτισμός μας βέβαια φάνηκε από την αμηχανία του πλήθους όταν άρχισε να μιλάει για την Αουνγκ Σαν Σου Κι, κάπως έτσι τέλος πάντων, Νομπελίστρια, αρχηγό της αντιπολίτευσης στη Βιρμανία, που βρίσκεται εδώ και 20 χρόνια σε κατ΄ οίκον περιορισμό. Και εμένα, που ασχολούμαι με αυτά, μου πήρε κάποια δευτερόλεπτα να καταλάβω για ποια μίλαγε και το πήρα χαμπάρι μόνο όταν μίλησε για τη δικτατορία της Burma. Πόσο μάλλον η πλειονότητα των παρευρισκομένων, που δεν αναγνώρισε καν τον Ντεσμοντ Τούτου που προλόγισε το συγκλονιστικό ΟΝΕ.

Τέλος πάντων, τα έχουν αυτά οι δημοκρατικοί αγώνες αγαπητέ μου Μπόνο, παίζει και να μην σε καταλαβαίνουν και καθόλου οι καλοβολεμένοι δυτικοί που πληρώνουν χρυσά τις συναυλίες σου.

Ένα προβληματάκι βέβαια το είχα με τους γείτονες στην κερκίδα. Ο απ΄ εδώ μου ήτο γκρικ καμάκι, που μάλλον νόμιζε ότι πήγαινε σε συναυλία του Παστερ, ο απ΄ εκεί μου ήτο ο Βαγκ κανένα πρόβλημα, πίσω ήτο παιδάκια που και με κλώτσαγαν και νυστάζανε και λέγανε συνέχεια «πόοοοοοοοοοοτε θα φύυυυυυυυυυγουμεεεεεε» στην αναίσθητη μαμά τους που χεσμένα τα είχε, μπροστά μου ήτο γιδοβοσκοί και αυτοί σε λάθος συναυλία πήγανε, δεν κουνήθηκαν δεν χειροκρότησαν, δεν δεν δεν. Αλλά τι να κάνεις έτσι είναι αυτά !! ή κερκίδα γιδοβοσκοί και θέαμα ή αρένα χορός αλλά όχι θέαμα.

Όσοι δεν πήγαν στη συναυλία αυτή πραγματικά έχασαν, μιας και καθομολογουμένως ήταν ένα γεγονός που θα το θυμόμαστε πολλά χρόνια, τηρουμένων των αναλογιών βέβαια. Για τους υπόλοιπους, άντε βρε παιδιά πάντα τέτοια!

Το σημερινό μας φαγακί είναι τόσο εύκολο, τόσο νόστιμο, τόσο μυρωδάτο που τι να σας λέω. Φτιάξτε το στα παιδάκια σας, στον καλό σας, σε κανένα τραπέζι με φίλους και καλό κρασί και πραγματικά θα με θυμάστε, η συνταγή βέβαια από τον κύριο Δρίσκα.

Ψαρονέφρι με λάιμ και μέλι

1 κιλό ψαρονέφρι κομμένο σε μπουκίτσες
4 κουταλιές στης σούπας χυμό λάιμ
ξύσμα από 2 λάιμ
2 κουταλιές της σούπας μέλι
4 κουταλιές της σούπας σόγια σος
1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
3 σκελίδες σκόρδο λιωμένο
1 κουταλιά της σούπας τριμμένο τζϊντζερ
1 φλιτζάνι λευκό κρασί
λάδι, αλάτι και πιπέρι

Ανακατεύουμε σε ένα μπολ όλα τα υλικά και φτιάχνουμε μία μαρινάδα. Προσθέτουμα και το ψαρονέφρι και ανακατεύουμε καλά. Κλείνουμε καλά το μπόλ με διαφανή μεμβράνη και το βάζουμε 3-4 ώρες στο ψυγείο. Βγάζουμε το κρέας από την μαρινάδα και την κρατάμε στην άκρη. Σοτάρουμε σε ένα μεγάλο τηγάνι ή σε μία κατσαρόλα τα κομματάκια του κρέατος με λάδι, σε δυνατή φωτιά μέχρι να πάρει απ΄ όλες τις μεριές. Ρίχνουμε τη μαρινάδα, προσθέτουμε και ½ φλιτζάνι νερό, αλάτι και πιπέρι. Μαγειρεύουμε για 15 λεπτά περίπου μέχρι να γίνει το κρέας, σε μέτρια φωτιά. Υπέροχο με πουρέ πατάτας!

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Συντονιστής

Ψάχνει λεει το παλικάρι για συντονιστή. Ως γνωστόν το πρόβλημα της χώρας είναι ποιος θα συντονίζει τους Υπουργούς. Ποιος άλλος, πέραν του παιδοβούβαλου Πάγκαλου και της Πυθίας Παμπούκη, και του ίδιου του πρωθυπουργού, θα συντονίζει τους υπουργούς. Διότι η νέα εποχή που ζούμε από πέρσι τον Οκτώβρη, έχει τα πάντα Πρωθυπουργό, Αντιπρωθυπουργό, Υπουργό παρά τον Πρωθυπουργό και ένα πράγμα μόνο απουσιάζει ο Συντονιστής!

Τι δουλειά θα κάνει αυτό το παιδί; Μα θα συντονίζει τους συντονιστές που συντονίζουν τους Υπουργούς που συντονίζουν τα υπουργεία, που συντονίζουν κάποιες ΔΕΚΟ και όλοι αυτοί συντονίζουν εμένα και 5-6 φίλους μου!!!

Έτσι είναι το πράγμα, όπως λεει και το ανέκδοτο συντονιστείτε γιατί έχω φαει 5 και δεν έχω δώσει ακόμα!! Μας λένε τα κανάλια ότι εκεί στις διακοπές το παλικάρι (δεν ξέρω τι λετε εγώ νομίζω είναι ο ομορφότερος πρωθυπουργός που είχαμε ποτέ) κάθισε και σκέφτηκε, ρώτησε και τον πατέρα του, «γιατί δεν χαίρεται ο κόσμος και δεν χαμογελά πατέρα;;», θέλουν τον συντονιστή τους! Απαντάει ο Ανδρέας από το υπερπέραν.

Ψάχνουνε να βρούνε τώρα συντονιστή. Γιατί δεν το βάζουν στο Οπενγκοβ; να μαζέψουν 245092476 χιλιάδες βιογραφικά και να βάλουν τον Πάγκαλο να τα αξιολογήσει. Μετά αυτός θα αποφανθεί ότι αν και πολλοί αρεστοί κανένας δεν ήταν άριστος, και θα προσλάβει τη γυναίκα του. Έτσι θα καταφέρει να βάλει καπέλο στον Γιώργο που ήθελε να τον καπελώσει, αλλά κάτι με την σκιά του έπαιζε – δεν το πολυκατάλαβα.

Βέβαια ούτε και αυτό με την Καγκελαρία έχω καταλάβει, και ας κάνει φιλότιμες προσπάθειες το Μεγάλο Κανάλι να μου το εξηγήσει. Δεν ξέρω αν είναι υποχρέωση του Μνημονίου όπως το κόψιμο των συντάξεων, ή το κάνουμε από μόνοι μας για να εξευμενίσουμε τους φίλους μας του Γερμανούς που τόσα μας δανείζουν. Λετε να μας βάλουν να μάθουμε και γερμανικά για να καταλαβαίνουμε τι λεει ο κυρ Καγκελάριος; Δεν ξέρω την γερμανική ετυμολογία της λέξης, κάτι πολύ σπουδαίο θα είναι είμαι σίγουρη, αλλά στα Ελληνικά κάτι με κάγκελα φέρνει, και τα μυαλά στα κάγκελα, της πουτάνας το κάγκελο ... τέτοια!

Σας γράφω σήμερα μία συνταγή που εμένα μου αρέσει πολύ και μου τη ζήτησε εκλεκτή συνάδελφος και δεν μπορούσα να αρνηθώ. Επίσης είναι συνταγή από την εποχή της φτώχιας, τότε που κρέας έτρωγαν μόνο το Πάσχα. Επειδή πλησιάζουμε σε αντίστοιχες καταστάσεις, κρατήστε της για καβάντζα.

Ρεβιθοκεφτέδες

½ κιλό ρεβίθια
1 κουταλάκι κύμινο
3 κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
1 κουταλιά ρίγανη
2 κουταλιές δυόσμο ψιλοκομμένο
αλεύρι
αλάτι, πιπέρι
ελαιόλαδο για τηγάνισμα

Μουσκεύουμε τα ρεβίθια σε κρύο νερό για 12 ώρες απο το προηγούμενο βραδυ. Την επομένη τα βράζουμε μέχρι να μαλακώσουν. Τα αλατίζουμε στο τέλος. Τα σουρώνουμε και τα πολτοποιείτε στο μπλέντερ, προσθέτοντας λίγο από το υγρό τους, ώστε να χτυπηθούν πιο εύκολα. Ανακατεύουμε τον πολτό με τα κρεμμύδια και τα μυρωδικά, αλατοπιπερώνουμε και προσθέτουμε λίγο αλεύρι (3-4 κουταλιές) μέχρι να σφίξει το μίγμα και να πλάθεται. Αλευρώνουμε τα χέρια μας και πλάθουμε το μίγμα μπαλάκια στο μέγεθος μεγάλου καρυδιού (σε αυτή τη φάση μπορούμε να τα βάλουμε κατάψηξη!) Τα τηγανίζουμε σε μπόλικο ελαιόλαδο μέχρι να ροδίσουν. Τα αφήνουμε σε απορροφητικό χαρτί κουζίνας να στραγγίξουν

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Βρέθηκε η λύση

Ως γνωστόν έχω φιδίσιο κορμί, μυώδες και χωρίς ίχνος λιπαράκι. Έτσι είμαι κατασκευασμένη ρε παιδάκι μου! Επειδή όμως, τόση τελειότητα δεν την αντέχει κανείς, λεω να στρώσω λίγο τους κοιλιακούς μου, γιατί τώρα τελευταία μόνο το κρεβάτι μου στρώνω και αυτό δεν βοηθάει.

Έχω πέσει με τα μούτρα, σε αυτές τις διαφημίσεις τηλεμάρκετινγκ, που παίζει το μεγάλο κανάλι ανελλιπώς για το αμπμακερ, το αμπγουορκερ, το γουορκγιορκαρμπς, και το σουπερ γουαου κανετοσωσιβιοπετρα 2020. Ολα σε 4569 άτοκες δόσεις με το μοναδικό επιτόκιο των 12,9%.

Μιλάμε για μεγάλη υπόθεση! Αρχικώς εσύ δεν κάνεις τίποτα, τίποτα σου λέω. Όλα γίνονται αυτόματα με το αμπμακερ. Με το που το πιάνεις στα χεράκια σου, γίνεσαι ράμπο, πάραυτα. Πως ήταν ο Σβατζενέγκερ πριν γίνει κυβερνήτης; έτσι ένα πράγμα. Μόνο με το που το βλέπεις σου λέω, τσουπ φουσκώνεις.

Βλέπετε αυτά τα μαραφέτια έχουν ένα υπερμοντέρνο μηχανισμό, που τον κατασκεύασαν οι μηχανικοί της ΝΑΣΑ και της ΣΙΑ άμα λάχει, που γυμνάζει τους μύες από μέσα, εσύ απλά ξαπλώνεις πάνω τους όπως όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου, και αφήνεις το «αμπμακερ» να κάνει όλη τη δουλειά.

Αυτό όμως που είναι πραγματικά υπέροχο, το όνειρο κάθε κοσνάλταντ σαν εμένα, είναι η βέλφορμ σάουνα μασάζ. Ένα υπέεεεεροχο μηχάνημα που φέρνει λίγο στα νέα πολυμιξεράκια. Όπως αυτά είναι και μίξερ για μαρέγκα, και πολυκόφτης, και μπίμερ, και αποχυμωτής, .... έτσι και η Βέλφορμ Σάουνα μασάζ, είναι και σάουνα και μασάζ και βελφορμ (αυτό το τελευταίο δεν είμαι σίγουρη τι σημαίνει αλλά κάτι σπουδαίο είναι).

Τη βάζεις λεει, εκεί που έχεις «παχάκια» (ολόσωμη έχουν άραγε;), και αυτή αρχίζει και τρέμει σαν τα ζελεδάκια, και εσύ ιδρώνεις, και τσούπ, γίνεσαι συλφίς. Τι και αν έφαγες 3 καρμπονάρες πριν τη θεραπεία, τι και να δεν έχεις χωνέψει ακόμα το τζατζίκι από τα πιτόγυρα, δεν έχει καμία σημασία, απαξ και αγόρασες τη Βελφορμ Σάουνα μασάζ δεν έχεις άλλες επιλογές από το να χάσεις 126 κιλά σε 2 ώρες.

Βρέθηκε η λύση, τέλος, και λιγότερα κιλά και πετρωμένους κοιλιακούς θα αποκτήσω και σας ζηλεύετε όλες εσείς που τρέχετε στα γυμναστήρια και κουράζεστε. Δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο.

Και επειδή όλα τα παραπάνω δουλεύουν μόνο σε πραγματικά ηλίθιους ένα διαιτητικό φαγάκι σήμερα, γιατί το ρίξαμε έξω το καλοκαίρι.

Κινέζικα νούντλς με γαρίδες

250 γραμμάρια κινέζικα νούντλς
8 καθαρισμένες βρασμένες μεγάλες γαρίδες
3 κουταλιές της σούπας σάλτσα σόγιας
2 κουταλιές της σούπας σπορέλαιο
1 κουταλιά της σούπας ξύδι
1 κουταλάκι του γλυκού μέλι
1 κουταλιά της σούπας φρέσκο τριμμένο τζίντζερ
Μουλιάζουμε τα νούντλς σε καυτό νερό για 10 λεπτά. Σε ένα τηγάνι ρίχνουμε το σπορέλαιο, τις γαρίδες και τα σουρωμένα νούντλς. Ανακατεύετε τα υλικά για 1 λεπτό και αμέσως μετά ρίχνουμε το τζίντζερ και τη σάλτσα σόγιας. Μαγειρεύουμε σε δυνατή φωτιά, ρίχνετε το ξύδι και το μέλι, ανακατεύουμε και σερβίρουμε.
Μπορούμε να το κάνουμε και με κομματάκια μαγειρεμένου ή καλά σοταρισμένου κοτόπουλου.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Μπραζίλ

Εκείνο το παλιό και μάλλον άχαρο τραγουδάκι που έλεγε Μπραζίλ, Μπραζίλ το θυμάστε; ήταν μία αλόγα που χοροπήδαγε πάνω στα υπερμεγέθη τακούνια της και προσπαθούσε να συγκρατήσει τους ανανάδες και τις καρύδες πάνω στο κεφάλι της, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ήταν των παιδικών μας χρόνων το απωθημένο. Η αλόγα και η Ραφαέλα Καρά!

Φοράγαμε με την αδελφή μου κάτι κόκκινα – καρπουζί ζιβάγκο και τα σφηνώναμε πάνω στο κεφάλι μας ώστε να τα κάνουμε σαν μακριά μαλλιά, και αρχίζαμε να χοροπηδάμε πάνω στα κρεβάτια και να κουνάμε πάνω - κάτω τα καρπουζί μαλλιά μας και να τραγουδάμε, τακα τακα τακα τακα τακα τααααα … ώσπου η μητέρα πάθαινε νευρικό κλονισμό και ήθελε να μας δώσει στους γύφτους. Αυτό όμως δεν γινότανε, γιατί οι γύφτοι δεν μας θέλανε φαίνεται και έτσι ήταν πολύ δυστυχισμένη.

Πως μου ήρθαν όλα αυτά; μα εδώ και χρόνια ζούμε την εποχή τη Βραζιλιάνικης πολιτισμικής κυριαρχίας. Ο Λούλα, μπορεί να κατάφερε κάτι για τους συμπολίτες του αλλά δεν εντυπωσίασε με το κουμουνιστοκαπιταλισμό του το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα. Τα παγκόσμια τηλεοπτικά δεδομένα όμως τα άλλαξε. Τι εξάγει η Βραζιλία; σαπουνόπερες!

Κυριακή βράδυ και το μεγάλο κανάλι, που αποτελεί πλέον μεγάλη απελπισία, παίζει Πάτυ. Τι είναι τούτο το Πάτυ, αναρωτήθηκα; Βραζιλιάνικη σαπουνόπερα, με ένα άσχημο κοριτσάκι αυτή τη φορά, όπου μετά τη Μαρία την άσχημη, το Λάκη το μαλάκα, τη Ζωζώ τη πικραμένη, το Μανουέλ τον καρατομένο και τη Χουανίτα τη μυξοπάρθενη, ήρθε στο σαλόνι μας να μας χαλάσει.

Παρατηρώ ότι όλες οι άσχημες Βραζιλιάνες, έχουν σιδεράκια. Οι όμορφες έχουν τριζάτα οπίσθια, οι άσχημες όμως υποχρεωτικά σιδεράκια. Για κάποιο λόγο τα παιδιά εκεί δεν προσέχουν τα δόντια τους. Επίσης στο μυαλό του Βραζιλιάνου σεναριογράφου, παίζει πολύ το παραμυθάκι με τη Σταχτομπούτα, και τον πρίγκιπα, γιατί όλα τα σενάρια αυτού του είδους καταλήγουν ένας καρακούκλος και καλά, να ερωτεύεται τη δύστυχη άσχημη, και ωσάν ιππότης να κάνει μία μπράφ και να τις βγάζει τα σιδεράκια!

Τέτοια όνειρα κάνω το βράδυ και αναστατώνομαι. Βέβαια εμένα τα δόντια μου είναι μια χαρά, αλλά αν είναι να βρω τον καλό μου, και σιδεράκια βάζω και μασελλλίτσα.

Η αλήθεια είναι ότι πέρασε από το μυαλό μου, ότι το μεγάλο κανάλι χρηματοδοτείτε από οδοντίατρους. Τρελά λεφτά θα βγάζουν με τόσα σιδεράκια. Από την άλλη όμως δεν μου φάνηκε και πολύ πιθανό αυτό το σενάριο και άρχισα να φαντάζομαι, τι είδους συμπολίτες μου, βλέπουν Κυριακή 9 το βράδυ, τη Πάτυ τη χαζοχαρούμενη και δεν το έχουν ρίξει στο Ζωνιανό!!! Από την άλλη μπορεί να το έχουν ρίξει ήδη στο Ζωνιανό για΄ αυτό το λόγο βλέπουν Πατυ.

Τώρα θα με ρωτήσετε τι έπαθα στα καλά καθούμενα; μα είναι δυνατόν; ούτε σαπουνόπερες δεν μπορούμε να φτιάξουμε πλέον; Που είναι η παλιά καλή εποχή με τον Γόγο, τη Βίρνα Δράκου, τον αστυνόμο Θεοχάρη, όλα αυτά δώσανε θέσεις στη Βουλή θέλω να σας θυμίσω!! Κατάντια έχουμε ξεπέσει σε παραμυθάκια από τη Μπραζίλ ……

Κόκορας παστιτσάδα (Παραδοσιακή Κερκυραίικη συνταγή)

1 κόκορας 1 ½ κιλό κομμένος σε μερίδες
1 φλιτζάνι του καφέ ελαιόλαδο
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
4-6 σκελίδες σκόρδο
4 κουταλιές ντοματοπελτέ
1 κουταλιά ξύδι
1 κουταλιά ζάχαρη
1 γερή πρέζα κανέλα
1 κουταλάκι του γλυκού κόκκους μπαχάρι
4-5 γαρίφαλα
½ κιλό μακαρόνια Νο 5
τριμμένο κεφαλοτύρι
αλάτι, πιπέρι

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το λάδι να ζεσταθεί. Ρίχνουμε τις μερίδες του κόκορα και τον σοτάρουμε μέχρι να ροδοκοκκινίσει. Ρίχνουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο και συνεχίζουμε το σοτάρισμα. Διαλύουμε τον ντοματοπελτέ σε 2 ποτήρια νερό και τον ρίχνουμε μέσα στην κατσαρόλα. Προσθέτουμε το ξύδι, τη ζάχαρη, τη κανέλα, το μπαχάρι, τα γαρίφαλα, το αλάτι και το πιπέρι. Χαμηλώνουμε τη φωτιά, συμπληρώνουμε λίγο νερό εάν χρειάζεται και σιγο-μαγειρεύουμε τον κόκορα για 1 με 1 ½ ώρα περίπου μέχρι να γίνει τρυφερός. Όσο ο κόκορας μαγειρεύεται βράζουμε τα μακαρόνια. Όταν ο κόκορας γίνει τρυφερός τον βγάζουμε σε μία πιατέλα. Προσθέτουμε 1 φλιτζάνι του καφέ νερό μέσα στη σάλτσα, αφήνουμε να πάρει βράση και αδειάζουμε μέσα τα μακαρόνια. Τα γυρίζουμε 2-3 φορές να κοκκινίσουν.
Σερβίρουμε τα μακαρόνια σε πιατέλα και από πάνω τους αραδιάζουμε τον κόκορα. Πασπαλίζουμε με τριμμένο κεφαλοτύρι.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Μυτιλήνη ντούε

Λοιπόοοοοον ….

Αρχικά μέναμε σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο στην Εφταλού, έξω από τον Μόλυβο. Πάρα πολύ καλό ξενοδοχείο για τα λεφτά του, με ωραιότατο σέρβις, και πολύ καλά κοσμοπόλιταν. Και να οι πιτσίνες, και να τα τζακούζα, και να τα πιτσινάτα το βράδυ, τα πάντα σαν μωρά παιδιά.

Στο δεύτερο μισό, όμως, μιας και το νησί είναι πολύ μεγάλο είπαμε να μείνουμε κάπου νότια, πιο κοντά στη πόλη και το ναϊτλαιφ που θέλουμε. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε γνωστά παρτυ άνιμαλ και αν δεν κουνηθούμε με το Αλεχάνδρο, δεν μπορούμε να κλείσουμε μάτι.

Μείναμε λοιπόν σε ένα πάρα πολύ όμορφο συγκρότημα με 10 μεζονένες χτισμένες γύρω από μία πισίνα. Μόλις φτάσαμε, βρήκαμε δύο οικογένειες με μικρά παιδιά να λιάζονται και να παίζουν στη πισίνα. Οι δύο άνδρες «αναστατώθηκαν» με τις νέες αφίξεις και τα καλλίγραμμα κορμιά μας που ξεπρόβαλλαν μέσα από τα σορτσάκια μας!! Τι σας λεω τώρα !!! Φαντάζεστε όμως τη σκηνή … σταματάνε οι φωνές και η φασαρία, και αράζουν και οι δύο σύζυγοι στη κουπαστή της πιτσίνας κοιτάζοντάς μας να τακτοποιούμαστε στα δωμάτια. Ήταν τόσο προφανές αυτό που έγινε που το συζητήσαμε μετά και γελάσαμε με τα λιγούρια.

Ήρθε ή ώρα και οι οικογένειες έπρεπε να φύγουν. Καθόμασταν κάτω από μία πέργολα και τρώγαμε πρωινό, τόσο εμείς όσο και αυτοί, όλοι αυτοί, σε διπλανό τραπέζι. Είχαν φορτώσει τα τζιπ μέχρι το ταβάνι με μπαγκάζια. Κάποια στιγμή η σύζυγος του παιδοβούβαλου – ξέχασα να πω ότι ο ένας ήταν τεράστιος - λεει στον τύπο : Πάρε τη μάνα σου και πες της να μην κουβαλάει ένα σωρό βαλίτσες γιατί δεν θα χωράμε!

Ο μάγκας είχε ακροατήριο βλέπετε. Παίρνει τη μάνα του … Έλα μάνα!!! Ναι, ναι σήμερα φεύγουμε … αύριο κατά τις 7 το πρωί θα είμαστε στη Νέα Σμύρνη, ναι …. ναι … αφού σου είπα ρε μάνα αύριο το πρωί θα είμαστε σε Αθήνα, …. έπιασε το Αλτσχάιμερ βλέπω !! … άκου εδώ ρε μάνα … μην με εκνευρίζεις … άκουσε με γιατί είμαι και φορτωμένος (γιατί άραγε διακοπές έκανε ο μα&/£&κας) … ακου δω ….

… θα έρθουμε το πρωί να σε πάρουμε να φύγουμε σφαίρα για Πόρτο Ράφτη … ναι ναι θα περάσουμε να σε πάρουμε … ναι μόλις φτάσουμε στο Πειραιά θα σε πάρω τηλέφωνο …. άκου μάνα ….

… το αυτοκίνητο είναι τίγκα … μάνα …. Τίγκα … θα έρθεις με μία βαλιτσούλα … τα ρούχα σου και τίποτε άλλο …. γλυκάαααα, σουπερμάαααααρκετ, δωωωωωώρα, ρούουουουχα, παπούουουουτσια, βαλίτσες, …. Πα πά ρια …. Δεν θα πάρεις μαζί σου !!!!!

Ήταν τόσο εμφατικός ο τρόπος πού είπε «παπάρια» και τόσο μακρόσυρτα τα γλύκα, σουπερμαρκετ και τα υπόλοιπα, που τι να σας λεω …. Πέραν του σοκ, ότι μίλαγε έτσι στη μαμάκα του ο παπαρας, είχε τόσο γέλιο η έκφραση αυτή που αυτόματα φύγανε μαρμεδάδες, καφέδες, χυμοί, τα πάντα από το τραπέζι. Πέσαμε κάτω από το γέλιο.

Από εκείνη τη στιγμή, το πήρε η Εφη που το λεει πολύ ωραία, ακριβώς με το ίδιο στυλ, και τα πάντα μπαίνανε στο «κόντεξτ» του Παπάρια …. όπως:

Μαγιόοοοο, πετσέεεετες, αντηλιακάααα, .... παπάρια, όλα μες στη τσάντα ....

Το πιάσατε; κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι το είπαμε τόσες πολλές φορές που δεν λεει πλέον και υποσχεθήκαμε ότι θα αργήσουμε να το ξαναπούμε. Σαν έφηβοι σε πενταήμερη κάνουμε !

Αυτές ήταν οι διακοπές μας φέτος. Μικρότερες σε διάρκεια από άλλες χρονιές, αλλά δεν πειράζει, με λιγότερα μπάνια και ήλιο – να φανταστείτε είναι η πρώτη φορά που κάθισα κάτω από ομπρέλα! – αλλά και πάλι δεν πειράζει, τι να κάνουμε άλλωστε;

Περιμένω τον χειμώνα μπας και μας φέρει καμία θετική αλλαγή. Ελπίζω, αλλά δεν το βλέπω. Εσείς;;

Έλεγα να σας γράψω Γκιουζλεμεδες, που είναι τυροπιτάκια τηγανιτά, αλλά δεν θα το κάνω, γιατί μιας και δεν τα έχω φτιάξει, τη ψιλοφοβάμαι τη συνταγή που βρήκα. Οπότε πάμε για μία πιο παραδοσιακή συνταγή Μυτιληνιά ...

Σαρδέλες παστές

Βάζουμε στο σουρωτήρι 1 στρώση καλή χοντρό αλάτι, μετά τις σαρδέλες, ψεκάζουμε νερό εναλλάξ με το αλάτι και συνεχίζουμε μέχρι να τελειώσουν οι σαρδέλες. Σκεπάζουμε στο τέλος καλά με αλάτι, βάζουμε 1 πιάτο και το βάρος από πάνω. Το διατηρούμε στο ψυγείο για ή 1-2 μέρες, ανάλογα με το πώς θέλουμε τις σαρδέλες. Όταν παστωθούν, κόβουμε το κεφάλι και βγάζουμε τα εντόσθια και την πέτσα με τη μύτη ενός μαχαιριού ξεκινώντας από την ουρά για να βγει πιο γρήγορα και τις βάζουμε στο ελαιόλαδο. Αν θέλουμε προσθέτουμε διάφορα μυρωδικά (π.χ πιπερίτσα καυτερή).

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Μυτιλήνη

Χαίρεστε, τι μου κάμνετε; Αλάξαμε εμφάνιση!! είπαμε να κάνουμε λίγο μποτέ και εμείς τα έρημα τα ιστολόγια.

Γυρίσαμε, σύσσωμοι, σώματι αλλά ουχί ψυχή. Το μυαλό μας είναι αλλού. Όχι γιατί περάσαμε αξέχαστα αυτούς τους 2 μήνες που δεν μιλάμε. Αλλά γιατί, δεν θέλουμε το μυαλό μας να γυρίσει πάλι στην πρότερη κατάσταση.

Ακαταλαβίστικα; ένα δίκιο το έχεις και εσύ!! Τι να σου κάνω όμως, έκαψα φλάτζα αυτό το διάστημα.

Λοιπόν αρχίζουμε …..

Λέσβος: Νησί του Βορειοανατολικού Αιγαίου, με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη. Γενέτειρα της αρχαίας ποιήτριας Σαπφώ, πατρίδα του Ούζου, του μεζέ, της σαρδέλας, και των λουλουδιών. Επίσης πατρίδα της Περσας, του Παναγιώτη και του Μιχάλη, φίλων αγαπητών με τους οποίους ντιρλιάζαμε, κατ΄ επανάληψη και κατ΄ εξακολούθηση.

Νησί όμορφο, πράσινο, ήσυχο, και … μεγάλο. Καμία σχέση με τις αγαπημένες μου Κυκλάδες, όπου με ένα ρεζερβουάρ γυρίζεις το νησί 268 φορές. Στη Λέσβο, παρακολουθείς τις τιμές στα βενζινάδικα, γιατί αν δεν το κάνεις ο προϋπολογισμός σου τινάζετε στον αέρα εύκολα. Με τα 1500 χιλιόμετρα σε 10 μέρες ξέρω τι σας λεω.

Νησί πράσινο, όπου το μάτι ψάχνει εναγωνίως να βρει που τελειώνει ο ελαιώνας. Δεν τελειώνει! Σας το λεω με απόλυτη βεβαιότητα. Τα βουνά έχουν σκαφτεί ενδελεχώς και μικρά πέτρινα κρεβατάκια έχουν χτιστεί μέχρι το πιο ψηλό σημείο τους, ώστε να μπορέσει να αράξει μία όμορφη, πεντακάθαρη, και καλοκουρεμένη ελιά. Και όταν φτάνεις στη θάλασσα, οι ελιές χάνονται στον κόλπο τις γέρας και της καλλονής, και γίνονται ένα με το νερό. Δεν είναι ποιητικά όλα αυτά που σας λεω! Αν δεν σας αρέσει η ελιά ως δένδρο μην πάτε στο νησί, θα πάθετε νευρικό κλονισμό!!!!

Νησί γραφικό, με ορεινά, πεδινά και παραθαλάσσια χωρία, που όλα είναι όμορφα και γραφικά, και κατοικήσιμα, και περιποιημένα, και που κάπου τα χάνεις, μεταξύ του μεσαιωνικού Μόλυβου, της νεοκλασικής πόλης, της βουνίσιας Αγιάσου που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι στον Παρνασσό, και του Πλωμαρίου που σου δίνει την εντύπωση ότι ένα πολύ ορμητικό ποτάμι ξέβρασε σπίτια!

Νησί, με ικανοποιητικές θάλασσες, όχι του γούστου μου βέβαια, χωρίς τη γραφικότητα των Κυκλάδων αλλά με τα άγρια νερά του Βορείου Αιγαίου που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι κολυμπάς σε ωκεανό.

Νησί με όμορφους, φιλόξενους ανθρώπους, που με ελάχιστες εξαιρέσεις σε κάνουν να αισθάνεσαι σπίτι.

Η Μυτιλήνη, είναι πραγματικά ο τέλειος τόπος για διακοπές, ανθρώπων που τους αρέσει το ψάρι (μιλάμε ότι φάγαμε μαγιάτικο με 35 ευρω το κιλό), ο καλός μεζές (ο παστός κολιός είναι ότι καλύτερο έχω φαει), το μυρωδάτο ούζο, οι οργανωμένες παραλίες και το αραλίκι.

Τώρα, πως πέρασα σε αυτό το υπέροχο νησάκι; ωραία θα έλεγα, αλλά έχω περάσει και καλύτερα!!! Δεν έφταιγε το νησί, δεν έφταιγε βέβαια η παρέα, δεν έφταιγαν αυτά που βρήκαμε εκεί, ή αυτά που αφήσαμε εδώ, έφταιγε ο Θυρεοειδής και τα μαύρα μου τα νεύρα!

Ίσως και να είναι λογικό βέβαια. Το να έχει 442 βαθμούς στη σκιά, να μην κουνιέται φύλο, η θάλασσα να έχει πήξει σαν γιαούρτι, να μην κάνεις μπάνιο και να κάθεσαι στην Ερεσό σε ένα μπιτς μπαρ που έχουν μάζωξη οι μυτιληνιοί Αεκτζήδες, όπου κάθε 1,5 λεπτό σηκωνόταν ένα από αυτά τα βλαμμένα (όλα πιτσιρίκια με δεκάδες τατού και πυροβολημένα που με λέγανε κυρία-κυρία, μιας και η μόνη μη Αεκτζού ηλικιωμένη, εκεί μέσα) και φώναζε ΕΜΠΡΟΣ ΑΕΤΕΕΕΕΕ και απάνταγαν όλα τα άλλα λοβοκομένα ΔΙΚΕΦΑΛΕΕΕΕΕ, …., ωραία έτσι;;; Βέβαια όπως είπε και ο φίλος μου ο Γιάννης, τέτοιες εμπειρίες είναι σπάνιες, και το γεγονός ότι δεν με σπάσανε στο ξύλο όταν τους είπα – με ρωτήσανε βέβαια – ότι είμαι παναθηναϊκός, οφείλετε ΜΟΝΟ στο ότι μάλλον τους έφερνα στη γιαγιά τους, αλλιώς θα έπρεπε αυτός και ο Βαγκ να με υπερασπιστούν και θα τρώγανε χοντρό ξύλο.

Όλα τα ωραία βλέπετε σε μας συμβαίνουν. Όπως την προτελευταία μέρα, φεύγαμε από μία παραλία και μιας και είχαμε ζοριστεί να πάμε, μέσα από κάτι χωριά, είπαμε να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο. Εξάλλου υπήρχε μπλε πινακίδα που λεει και η Εφη, που μας πληροφορούσε ότι ο άλλος δρόμος ήταν 4-5 χιλιόμετρα πιο μακρύς, δεν μας πληροφορούσε όμως ότι ήταν χωματόδρομος!!! Μα μπλε πινακίδα για χωματόδρομο;;; αναρωτιόταν η Εφη, με το δίκιο της βέβαια.

Εκεί λοιπόν που ανεβαίναμε το βουνό, σχεδόν στην κορυφή του Ολύμπου, στο Ραντάρ, όπως μας πληροφόρησε η βουκόλα βοσκοπούλα, του παρακείμενου γιδοστασίου, μείναμε!!! Άναψε και κόρωσε το αυτοκίνητο, στο κόκκινο η θερμοκρασία, και … τσουπ έσβησε. Ανοίγουμε καπό, σταγόνα στο ψυγείο, σταγόνα λέμε. Βέβαια δεν είχαμε ούτε παραφλού, ούτε νερό μαζί μας. Άσε που, αν και παλιό το αυτοκίνητό μου, θέλω να το προστατεύσω όσο γίνετε ώστε να καθυστερήσω στο μέγιστο την αντικατάστασή του – δεν είναι εποχές για έξοδα, που λένε.

Αμέσως τηλέφωνο στην ΕΛΠΑ, που ευγενέστατα μου είπαν ότι ναι μπορούμε να σας πάρουμε από χωματόδρομο, «θα σας πάρει ο συνεργάτης μας να του πείτε που είσαστε». Ωραία λοιπόν, αν και αγχωμένη εγώ για το «τι έπαθε το αυτοκινητάκι μου;», αν και αγχωμένοι ο Βαγκ και η Φιφή, για το «τι θα πάθει η Μαριάννα μέσα στον ήλιο με το θυρεοειδή;», βγάλαμε ψαθούλα – καρέκλες παραλίας – τα πάντα, και αράξαμε κάτω από ένα δέντρο να περιμένουμε.

Μετά από 2,5 ώρες, ένα γερό τσίριγμα στο «συνεργάτη» που νόμιζε ότι έκανε πλάκα με τα φιλαράκια του, τα δεκάδες αυτοκίνητα που περάσανε και είτε μας σκονίσανε, είτε μας έδιναν και τη ψυχή τους (όλοι οι Αθηναίοι παιδιά σταματήσανε !!! εντυπωσιακό, μία αλληλεγγύη ένα πράγμα!!!), μετά από δεκάδες μπουκάλια νερού που μαζέψαμε, γιατί θεωρήσαμε σωστό να ζητάμε απ΄ όλους κάτι, είτε νερό είτε τσιγάρα, μετά από 4 σχέδια διαφυγής-διαβίωσης στο βουνό που επεξεργαστήκαμε, μετά από ένα γερό τσάμικο που χόρεψε η Εφη με το τον Βαγκ, έφτασε και ο «συνεργάτης». Σπύρος, το παλικάρι, που και το ματάκι του γυάλιζε και χοντροπαπάρας ήτανε. Αφού ρώτησε ποια ήταν αυτή που τα έχωσε, και αφού ζήτησε συγνώμη και αναγνώρισε ότι είχα δίκιο, φόρτωσε το Ματριξ στην καρότσα και ξεκινήσαμε το τρελό ταξίδι των 60-70 χιλιομέτρων μέχρι τη πόλη. Δεν ξέρω με πόσα πήγαινε, έτρεχε όμως! Είχες την εντύπωση ότι το αυτοκίνητο θα έφευγε και θα πέταγε πάνω από την Αγιάσο, πάνω από τον Ελαιώνα, μέχρι απέναντι τη Τουρκία. Η Φιφή ζαλίστηκε πήγε μπροστά μαζί με τον Βαγκ που τα είχε δει όλα, μιας και ο αγαπητός «συνεργάτης» είχε αντικαταστήσει το φρένο με την κόρνα. Αντί να φρενάρει στις στροφές κορνάριζε! Μετά μάθαμε ότι ταυτόχρονα μίλαγε και στο τηλέφωνο και έβριζε κάποια άλλη κυρία που της είχε κάνει ζημιά. Μάθαμε ότι ήταν βαριά αθυρόστομος, και γενικά πολλά και διάφορα ήταν αλλά δεν γινόταν να ασχοληθούμε και ιδιαίτερα μιας και ο σκοπός μας ήταν να επιβιώσουμε.

Αυτά τα αναπάντεχα είναι συνήθως πολύ ωραία, και έχεις να λες και να θυμάσαι. Ο κόκκινος σίφουνας βέβαια είχε κάψει φλάτζα και νέο ψυγείο ήθελε και τα πάντα, πήγε σχεδόν όσο και οι διακοπές, αλλά τι να κάνεις; να σκάσεις;

Έχει και άλλα το μενού. Μόνο που πλέον βαρέθηκα να γράφω και εσείς να διαβάζετε. Αύριο θα σας πω για το σλόγκαν αυτών των διακοπών, που υιοθετήσαμε όλοι και πολύ μας άρεσε.

Οι συνταγές της Λέσβου είναι πάρα πολλές, και εμείς τις τιμήσαμε δεόντως βέβαια. Η παρακάτω συνταγή είναι μικρασιάτικη, την έφτιαχνε η γιαγιά μου και τώρα την κάνει και η μάνα μου. Δεν την έχω προσπαθήσει, αν και δεν μου φαίνετε δύσκολή. Σαν τους λαχανοντολμάδες είναι. Εκεί βέβαια, εγώ και ο Βαγκ τα ξεσκίσαμε τα έρημα τα σουγάνια. Όπου τα βρίσκαμε τα παραγγέλναμε. Οι υπόλοιποι όχι και τόσο πολύ, τους αρέσαν περισσότερο οι Γκιουζλεμέδες που θα σας γράψω αύριο. Βέβαια σε ένα επόμενο τραπέζι μου, θα τα φτιάξω τα σουγάνια και θα σας πω, αν είναι βατή η συνταγή, όπως μου φαίνετε ότι είναι.

Σουγάνια ( Κρεμμυδοντολμάδες )

1 κιλό μεγάλα κρεμμύδια
½ κιλό ρύζι
½ κιλό κιμά μοσχαρίσιο
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένο μαϊντανό
μια ώριμη τριμμένη ντομάτα
1 φλιτζάνι Λεσβιακό ελαιόλαδο
μία γεμάτη κουταλιά γλυκού κύμινο
αλάτι και πιπέρι.

Καθαρίζουμε τα κρεμμύδια και τα βράζουμε σε νερό, ώσπου να μαλακώσουν. Κατόπιν ανοίγουμε τα φύλλα των κρεμμυδιών, με σκοπό να τα γεμίσουμε. Σε μια λεκάνη τοποθετούμε τον κιμά, την τομάτα, το κύμινο, το ελαιόλαδο, το ρύζι (πλυμένο) το αλατοπίπερο και αναμιγνύουμε. Στην συνέχεια γεμίζουμε τα φύλλα κρεμμυδιών με ποσότητα τόση, ώστε να κλείνουν. Τοποθετούμε τους ντολμάδες σε κατσαρόλα κυκλικά, προσθέτουμε Λεσβιακό ελαιόλαδο, τους σκεπάζουμε με βαρύ πιάτο, ώστε να τους πιέζει κατά το βράσιμο για να μην ανοίξουν τα φύλλα και τελικά συμπληρώνουμε με λίγο νερό. Τους βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία για 30-40 λεπτά. Σερβίρονται σε πιατέλα, με λίγη κανέλα αν θέλετε.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Καλό Καλοκαίρι

Το καλοκαίρι είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό....

Εκεί λοιπόν που σκέφτεσαι με συνθηματολογία Πασόκ, το καλοκαίρι που ζούμε σε τούτη δω την ταλαίπωρη τη χώρα, κάνεις να δεις λίγο τον ουρανό και βλέπεις μία συννεφάρα να!

Αναρωτιέσαι, λοιπόν, σκέφτεσαι, προβληματίζεσαι. Χειμώνας είν’ τούτο ή καλοκαίρι;; Χειμωνοκαλόκαιρο και έξ’ απ’ την πόρτα. Περίεργο πράγμα ρε παιδάκι μου. Ένα θεματάκι με τα μπάμπα μπούμπα και τους κεραυνούς το έχω, η έρμη. Το μεσημέρι του Σαββάτου λοιπόν, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα για το βραδινό κοκτέιλ πάρτι, έπεσα να κοιμηθώ για να αντέξω το ξενύχτι.

Γκρουουουμμμμμσσσσχχχχτρρρρρρρ, ο πρώτος κεραυνός. Ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω μαυροσκόταδο μέσα από τις γρίλιες. Πάει πέρασε η ώρα και παρακοιμήθηκα, σκέφτηκα! Σηκώνομαι, και βγαίνω στη βεράντα. Στο βάθος η Πεντέλη ήταν λουσμένη στον μεσημεριανό ήλιο, αριστερά στο Χαλάνδρι μέχρι την Πάρνηθα επικρατούσε χειμώνας βορειοευρωπαϊκός. Η μπόρα, μπουρίνι φθινοπωρινό θα το έλεγες, κράτησε 20 λεπτά, μπλούστρωσε τον τόπο όλο και με ανάγκασε να ξαναπλύνω βεράντες και κάγκελα για το βραδινό πάρτι.

Τι πράγματα είναι αυτά, το φελέκι μου λεω;;; Δεν ξέρω τι συμβαίνει στα νησιά, στις παραλίες και στις θάλασσες στην Αθήνα όμως το καλοκαίρι μάλλον μας τελείωσε. Εκτός από τη ζέστη, αυτή την άφησε πίσω, την ξέχασε ένα πράγμα.

Τώρα υπάρχουν δύο αιτίες που συζητιούνται για αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα. Και τις δύο μου τις είπανε, δεν σκέφτηκα μόνη μου, σας το υπόσχομαι. Η πρώτη, η σοβαρή και η πιο πιθανή είναι ότι για τον κακό μας τον καιρό, φταιει το Γκουαλγιαμεαγοατανκουκου, το ισλανδικό ηφαίστειο ντε, που γέμισε τον ουρανό με μιλιούνια σωματίδια που κάνουνε τα σύννεφα να φταρνίζονται και να κλαινε – και γαμώ τις ποιητικές εκφράσεις λέμε!!

Τη δεύτερη βέβαια αιτία, μου την είπε γειτόνισσα, χαμηλού άι κιού, και με έντονη τρικυμία εν κρανίο μιας και έχει μπλέξει τα θεία, με το ΚΚΕ της Λιάνας. Ο θεός βοηθάει τον Παπανδρέου μου είπε συνωμοτικά! Έμεινα λίγο κάγκελο αλλά έχω συνηθίσει τέτοιου επιπέδου αναλύσεις από αυτήν, οπότε την κράτησα την ψυχραιμία μου. Για πες ... της λεω. Παιδάκι μου, τώρα που μας έκοψε τους μισθούς (είναι και βέβαια δημόσια υπάλληλος, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι το αστροπελέκι θα εργαζόταν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον) και δεν έχουμε λεφτά να πάμε διακοπές, ο Θεός κάνει κακό καιρό ώστε να μην μας λείψουν οι διακοπές. Τα έχει βρει σου λεω, ο Γιωργάκης με την Θεό, να χτυπήσουν την εργατιά οι καπιταλιστές.

Είναι ο θεός καπιταλιστής;; ρωτάω. Ε, δεν είναι και μέλος τους κόμματος, μου απαντάει. Σωστή η γειτόνισσα, άφωνη με άφησε, με τι επιχειρήματα να αποκρούσω τις μετεωρολογικές ανησυχίες της;

Τυχαίο; Δεν νομίζω, όπως λεει και ο εθνικός μας διαφημιστής,

Εγώ όμως θα πάω διακοπές, παρόλο που το δικό μου βάσανο ο Θυρεοειδείς κάνει ότι μπορεί για να μην πάω. Έτσι στο πείσμα όλων, και στη Μυτιλήνη θα πάω, και διακοπές θα κάνω.

Αν και τον Αύγουστο θα την κάνουμε με την παρέα, λεω να το κλείσω το μαγαζί νωρίτερα, μιας και όλο έξω είμαι αυτή την εποχή, δεν έχω χρόνο να μαγειρέψω, δεν έχω χρόνο να γράψω. Αυτό εξάλλου το κάνω κάθε χρόνο, έτσι το βγάζω και λίγο από το μυαλό μου, κάνω το ρισέτ μου, και ηρεμώ λιγάκι.

Θα επανέλθω το Σεπτέμβρη λοιπόν, με πολλές νέες συνταγές, ελπίζω, με νέα φρέσκια δύναμη, και με πολύ όρεξη.

Το σημερινό σας γλυκό, σας το προτείνω ανεπιφύλακτα για ένα δροσερό καλοκαιρινό κλείσιμο, μίας ψαροφαγικής βραδιάς.

Πανακότα με λεμόνι

500 γραμμάρια κρέμα γάλακτος (πλήρης λιπαρών)
200 γραμμάρια γάλα
12 γραμμάρια ζελατίνη μουσκεμένη σε κρύο νερό
150 γραμμάρια ζάχαρη άχνη
Ξύσμα από 1 λεμόνι βιολογικό, ακέρωτο
Χυμό από 2 λεμόνια

Σε μία μέτρια κατσαρόλα ζεσταίνουμε τη κρέμα γάλακτος με το γάλα και την άχνη, σε χαμηλή φωτιά μέχρι να αρχίσει να φουσκώνει. Τότε τη βγάζουμε από τη φωτιά, και προσθέτουμε τη ζελατίνη που έχουμε στύψει καλά με τα χέρια μας και το χυμό. Ανακατεύουμε καλά και αφήνουμε να κρυώσει καλά. Μοιράζουμε σε 6 μπολάκια και την αφήνουμε στο ψυγείο να πήξει (θέλει τουλάχιστον 3 ώρες). Ξεφορμάρουμε και σερβίρουμε πασπαλίζοντας με το ξύσμα και αν θέλουμε προσθέτουμε γλυκό του κουταλιού λεμόνι ή πορτοκάλι, ή κυδώνι, ή ή ή ή .....

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΜΕ ....

2 ΕΡΓΑ 2 !!

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Ο χοντρός, η χάρλεϊ και το σούσι

Σούσι και ξερό ψωμί. Είμαστε θαλασσινός λαός και έχουμε μία ιδιαίτερη σχέση με τα ψάρια. Πάντα αποτελούσαν μεγάλο κομμάτι τις διατροφής μας. Όσο περνάνε τα χρόνια όμως το ψάρι ακριβαίνει, και έτσι μία καλή σφυρίδα, ένα μεγαλούτσικο μαγιάτικο, ένας λαχταριστός ροφός, γίνονται όλο και πιο σπάνια εδέσματα στο πιάτο μας.

Αυτά για τους φτωχούς μεροκαματιάρηδες, γιατί για τους άλλους, το νέο μαστ στην ψαροφαγία λέγετε Σούσι. Προσωπικά μου αρέσει πάρα πολύ, και είναι το μόνο είδος που τρώγετε κατά τη γνώμη μου από την Ιαπωνική Κουζίνα. Από την άλλη βέβαια έχω ακούσει πάρα πολλούς Έλληνες να λένε «ωμά ψάρια δεν τρωω» λες και ο γαύρος μαρινάτος ή η σαρδέλα η παστή της Καλλονής είναι μαγειρεμένα ψάρια, αλλά το παραβλέπω και προχωράω.

Πήγαμε λοιπόν με παρέα χτες σε ένα μικρό συνοικιακό σουσάδικο, στη Νέα Ερυθραία. Το μαγαζί μας είναι γνωστό και οικείο πάμε τουλάχιστον μία φορά τον μήνα εκεί, συνήθως μεσοβδόμαδα, μετά τη δουλειά (εεεε ρε πούστη μου, Μανχάταν γενήκαμε!!). Είναι πάντα άδειο, έχει πάρα πολύ ησυχία, και με την πλινκι-πλονκι μουσικούλα που συνήθως έχει, τρως σε κατάσταση ζεν.

Εχτές βέβαια, μας βγήκε το ζεν από τη μύτη, καθώς είχαμε φαει τα μάκι μας, τα σασίμι και τα νιγκίρι είχαν προ πολλού εξαφανιστεί και λέγαμε να παραγγείλουμε το μους πράσινο τσάι που πραγματικά λατρεύουμε, όπου καταφτάνει οικογένεια με παιδάκια-εφήβους. Ο μπαμπάς ήταν 284,5 κιλά, με βερμούδα, μπάκα τεράστια, και σαγιοναρούλα. Ήρθε δε με ... μπρουμ, μπρουμ μπρουουουουουμμμμ, μπουμ μπου μπουμ, .... χαρλει νταβινσον!! Ο μπούρδας ... δηλαδή, αν πάρεις τέτοιο μηχάνημα, γίνεσαι και γκόμενος, έλεος.

Η σύζυγος ήρθε με μινι κουπερ κάμπριο, όπου διαπασών ήταν ένα ελληνικό σκυλοτράγουδο, αγνώστου προέλευσης. Τα 6 παιδιά, αγόρια και κορίτσια από 5 μέχρι 16 περίπου (μπορεί και να μην ήταν όλα δικά τους) ήρθαν με σκειτ και ποδήλατα πράγμα που σημαίνει, ότι έμεναν κάπου εκεί δίπλα.

Μέσα σε 20 λεπτά μας έπιασε πονοκέφαλος από τη φασαρία. Όλοι φωνάζανε, δεν μίλαγαν, φωνάζανε τόσο δυνατά, που βγήκαν από το απέναντι σπίτι και μας έκαναν παρατήρηση. Σε κανένα από τα παιδιά δεν άρεσε το σούσι, ήθελαν να φάνε τα ρολάκια με το κοτόπουλο (Καλιφόρνια μακι) αλλά χωρίς το φύκι. Να επιμένει η μανδάμ ότι το σούσι είναι υγιεινό και να κάνει παρατήρηση στη Φιλιπινέζα γκαρσόνα ο μπαμπάς ότι κακώς δεν έχουν μεγαλύτερη ποικιλία από μπύρες, βλέπεις το ινσαινταουτ με αυγά χελιδονόψαρου τρώγετε μόνο με μία παγωμένη άμστελ.

Μα .... μα τι να πω; Το φαγητό είναι κουλτούρα. Δεν μπορείς να παίρνεις την, κατά τα άλλα αποδεκτή, αισθητική του σουβλατζίδικου και να την μεταφέρεις στο σουσόμπαρο, και προφανώς το ανάποδο δεν παίζει εξίσου. Αν πάω δηλαδή σε σουβλατζίδικο και ζητήσω σάκε, δεν θα ήμουνα γελοία;

Επίσης, τι τα πας ρε συ βλάχουρα τα μικρά σε σουσάδικο; Αυτά με το ζόρι τρωνε κάτι άλλο εκτός από χάμπουργκερ, περιμένεις να φάνε κάτι τόσο περίεργο, όσο το ωμό ψάρι που και ενήλικες αποφεύγουν; Τέλος μανδάμ, όχι δεν πρέπει να φαει σούσι το 5-χρονο, όπως δεν έφαγες και εσύ στην Ανω Βουρβουρίτσα που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Άσε το παιδί να μεγαλώσει και μετά αν το ίδιο θέλει να έρθει σε επαφή με άλλες γεύσεις και άλλες κουλτούρες, θα πάει μόνο του και θα φαει ότι θέλει.

Πάντως εγώ, δοκιμάζω με μεγάλη χαρά άλλες κουζίνες. Το σούσι πραγματικά μου αρέσει σε αντίθεση με άλλα της Γιαπωνέζικης κουζίνας που τα μπορώ καθόλου (κάτι πράσινες πάστες για παράδειγμα μέσα στις οποίες πλέουν κάτι σπανάκια – δεν ξέρω πως το λένε, δεν με νοιάζει!!). Δεν υπάρχει όμως περίπτωση να φαω κάτι και να γίνω οπαδός μίας κουζίνας, απλά επειδή είναι της μόδας. Τέτοια κατάντια ποτέ. Χίλιες φορές ο Ελληνάρας με τα σουβλάκια του και μόνο, παρά ο Ελληνάρας με τα σούσι εν είδει σουβλακίου.

Κάτι εξωτικό τώρα από μία κουζίνα που προσωπικά δεν πολυαγαπάω. Η Ινδική κουζίνα είναι βασισμένη σε μιλιούνια μπαχαρικά. Σε μία χώρα σαν την Ινδία τα μπαχάρια ήταν απαραίτητα για να συντηρήσουν τα κρέατα αλλά και για να σκεπάσουν γεύσεις και μυρωδιές από ψιλο-χαλασμένα προϊόντα. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μία παράδοση περίπλοκης και πραγματικά δύσκολης και περίτεχνης κουζίνας, που πολύς κόσμος λατρεύει. Δεν είμαι απ’ αυτούς αν και πολύ ευχάριστα πάω σε ινδικά εστιατόρια μία στις τόσες. Εξάλλου αν είσαι στην Αγγλία; Τι θα φας; Αρνί με μέντα ή ένα ωραιότατο κοτόπουλο ταντόρι με κάρυ και άλλα συμπαρομαρτούντα;; Το Ταντόρι είναι αδύνατον να γίνει στα σπίτια μας, θέλει πολλά κλαπατσίμπανα που δύσκολα βρίσκεις. Η παρακάτω προσομοιάζει όμως. Συστήνω στους φαν να τη δοκιμάσουν με καυτερό κάρυ, και ένα ωραιότατο ρύζι μπασμάτι.

Κοτόπουλο με κάρυ

1 μέτριο κοτόπουλο κομμένο σε παϊδάκια
1 γιαούρτι πρόβειο
250 γραμμάρια ξινόγαλο (υπάρχει σε όλα τα σουπερ μάρκετ – ηρεμήστε!)
4 γεμάτες κουταλιές της σούπας κάρυ (από καθόλου έως πολύ καυτερό)
αλάτι

Ανακατεύουμε το γιαούρτι με το κάρυ και το ξυνόγαλο και μαρινάρουμε το αλατισμένο κοτόπουλο στο μείγμα για 24 ώρες. Να φροντίσουμε να μαριναριστεί καλά απ΄ όλες τις πλευρές το κοτόπουλο. Το βγάζουμε το στραγγίζουμε λίγο σε χαρτί κουζίνας και το ψήνουμε σε σχάρα στο γκρίλ, μέχρι να γίνει.

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Χτένιζεται

Παλιά, εκεί στη δεκαετία του ‘80, ο Χαρυ Κλιν είχε κάνει ένα απίθανο σκετσάκι με τον Ζισκάρ Ντεστέν να μιλάει Ελληνικά. Ήταν βλέπετε η εποχή, που ο Ζισκάρ ήταν εθνικός ήρωας, έχοντας παράσχει φιλοξενία στον κατατρεγμένο θείο του καταλληλότερου, ο Γάλλος Πρόεδρος αποτελούσε τον Εθνικό σύμμαχο, τον φίλο του εθνάρχη – τρομάρα μας!

Τέλος πάντων έκανε μία επίσκεψη στη χώρα ο Ζισκάρ, και έπρεπε να μιλήσει κάπου ο άνθρωπος, εκεί λέγεται ότι προσπάθησε να πει και δυο λέξεις στα Ελληνικά. Το συμβάν αυτό διακωμώδησε ο Χαρυ Κλιν με έναν απίστευτο τρόπο, όπου διάβαζε με διαλυτικά τους διφθογκους και έλεγε: Ε Δ Ω Ο Κ Ο Σ Μ Ο Σ Κ Ά Ϊ Γ Ε Τ Ά Ϊ Κ Ά Ϊ Μ Ο Ϋ Ν Ι Χ Τ Ε Ν Ί Ζ Ε Τ Ά Ϊ !!

Η έκφραση προφανώς χαρακτηρίζει την Ελληνική πραγματικότητα. Μας έχουν βάλει τα δύο πόδια σε μισό παπούτσι, κόψανε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, δώρα, άδωρα, τα πάντα. Φάγανε τα λεφτά των ταμείων, θα βγαίνουμε σε σύνταξη μετά θάνατον, τα επικουρικά και τα εφάπαξ θα τα εισπράττουμε λίγο πριν δούμε τον Άγιο Πέτρο, και το λάιφσταιλ σε αυτή τη χώρα λεει ότι πρέπει να ασχολούμαστε με την Τσούλια (παράφραση από το Τζούλια-Τσούλα) και τον πιτσιρικά του Ζαγορίτη.

Κατ’ αρχήν, όπως πολλαπλώς έχω πει, αυτά (τα μαλακισμένα λέμε) πρέπει να τα δέρνεις μικρά, μετά μεγαλώνουν, ψηλώνουν και δεν τα φτάνεις για τη φάπα. Δεύτερον, άμα το έκανες το παιδί λιγούρη, τι να σου πω ρε συ μεγάλε, στις πουτάνες θα μπλέξει. Τρίτον αν δίνεις στο παλικάρι σου, για το οποίον σημειωτέων είσαι μάλλον περήφανος γονέας, 10 χιλιάρικα εούρος να πάει να γλεντήσει στα τεταρτο-δέκατα μπουζούκια, και αυτό το καημένο με κατεβασμένα τα σώβρακα, πάει και τα σκαει στα πόδια κάποιας που και με 10 χιλιάρικα πακοτίνια σου κάθετε, τι να πω! Επίσης, αν αυτό το βλαμμένο θέλει μία μέρα να μας κυβερνήσει, όπως πολλά άλλα βλαμμένα τέκνα πολιτικών, να ξέρει ότι το βιντεάκι του θα βρίσκεται για πάντα στο γιουτιουμπ!

Έλεος, με τα τέκνα των πολιτικών και τις μαλακίες τους, έχουμε άλλα προβλήματα να ασχοληθούμε.

Κάτι πρόχειρο σήμερα, έτσι για τους αγώνες και το μουντιάλ

Εύκολα Τυροπιτάκια

Ψωμί του τοστ
Κεφαλοτύρι τριμμένο
5 αυγά
λάδι για τηγάνισμα

Αφαιρούμε τη κόρα από το τοστ και κόβουμε σε 4 κομμάτια κάθε φέτα. Χτυπάμε καλά τα αυγά και ρίχνουμε όσο κεφαλοτύρι χρειάζεται για να γίνει το μίγμα πηχτό. Βάζουμε το λάδι σε τηγάνι και το ζεσταίνουμε. Μουλιάζουμε μία μία τις φέτες του ψωμιού στο μείγμα των αυγών και τις τηγανίζουμε και από τις 2 πλευρές, μέχρι να ροδίσουν. Τις βγάζουμε με τρυπητή κουτάλα σε πιατέλα και τις πασπαλίζουμε με λίγο κεφαλοτύρι και προαιρετικά με μαϊντανό. Γίνετε και με κανονικό ψωμί, με ότι υπάρχει.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Η Σχετικότητα

Πριν πολλά χρόνια ένας τυπάκος με φουντωτό μαλλί, μάτι που γυάλιζε, ευφυΐα στα όρια της δυσλειτουργίας, και παντελή αδιαφορία για τα επί της γης, συνέλαβε και διατύπωσε μία θεωρία που με απλά λόγια έλεγε «όλα είναι σχετικά, μάγκα μου!!», και η βαρύτητα και η μάζα και ο χωροχρόνος, τα πάντα όλα, σχετικά, λήξης.

Πέρασαν τα χρόνια η θεωρία της σχετικότητας επιβεβαιώθηκε και πειραματικά πλέον, ο τυπάκος μας άφησε χρόνους να ταλαιπωρούμεθα εδώ επί της γης, και ένας άλλος τυπάς, εκ διαστολής αντίθετος από τον προηγούμενο παρ΄ όλο που και αυτού του γυάλιζε το μάτι, διετύπωσε μία απίθανη θεωρία που θα αλλάξει τη ζωή σε αυτό το πλανήτη.

Το πως λέγετε ο μπάρμπας, αδιάφορο είναι, έτσι και αλλιώς ποιος τον χέζει αυτόν, η θεωρία όμως, η απίστευτη αυτή προσέγγιση της συμβίωσης των ανθρώπων μέσα σε κοινωνικές δομές, είναι επαναστατική και θα αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων. Τι είπε λοιπόν η διάνοια αυτή;;

Η νομιμότητα είναι σχετική.

Τι είπε ο μεγάλος! Τι ξεστόμισε ο στόμας του;; Η νομιμότητα – γενικά – είναι συζητήσιμο πράγμα. Το τι είναι νόμιμο και τι όχι δεν καθορίζετε από τους νόμους, καθορίζετε από το κύριο Χαλιμπούρδα και τη παρέα του. Εξάλλου ποιος είναι ο δικαστής να αποφασίζει για εμάς; Αυτά είναι αστικά κατάλοιπα!

Συμφωνώ απόλυτα με τον κύριο βέβαια. Μόνο ένας χαζός δεν θα συμφωνούσε. Είναι δυνατόν να μας αρέσει η νομιμότητα; Είναι δυνατόν να μας αρέσει να συμφωνούμε με την πλειοψηφία, να μπαίνουμε σε καλούπια, να μας λεει άλλος τι να κάνουμε; Όχι βέβαια, εμείς ζούμε την επανάσταση (ώρες ώρες λες και το Ζωνιανό το ρίχνουν μέσα στο νερό!!!) και θα επαναστατήσουμε, και απεργία θα κάνουμε, και τους υπόλοιπους θα τους γράψουμε στα αρχίδια μας, γιατί τα έχουμε και μεγάλα!

Βέβαια από την άλλη θα μου πείτε ποια απεργία δεν προσβλήθηκε δικαστικά, και δεν την έκρινε το δικαστήριο παράνομη και καταχρηστική; Καμία. Το ότι δεν πήγαν όλες οι απεργίες σε δικαστήριο, αυτό πάλι είναι ένα θέμα που χρειάζεται άλλη κουλτούρα για να γίνει αντιληπτό.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η απεργία, και οι χαζο-ηρωισμοί του κώλου, που στήνονται στους καταπέλτες και άλλα γραφικά. Ούτε η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει επειδή μαζεύονται 10 γραφικοί τύποι μπροστά στα πλοία, και ας φωνάζει όσο θέλει η Πρετεντέρα. Αύριο μεθαύριο, όλα αυτά έχουν ξεχαστεί, οι ναυτεργάτες θα μείνουν ναυτεργάτες και οι εφοπλιστές θα μείνουν εφοπλιστές και σε αυτόν τον κόσμο πάντα θα υπάρχουν ναυτεργάτες και πάντα θα υπάρχουν εφοπλιστές.

Το θέμα μας είναι αν η νομιμότητα είναι υποχρεωτική για όλους ή αν, όπως και η βαρύτητα στην θεωρία της σχετικότητας, οφείλετε στις καμπυλώσεις του χωροχρόνου. Αυτά είναι ζητήματα. Διότι πως να το κάνουμε αν όπως ισχυρίζεται και ο κύριος Μαλακοπυτουρόπουλος, η νομιμότητα είναι σχετική, λεω να πάρω ένα κασμά και να του το φέρω στο κεφάλι του κυρίου και αν πάνε να με μπαγλαρώσουνε να πω ... τι μας λες;; δεν παρανόμησα έπραξα σχετικά .... καμπύλωσα τις διαστάσεις του δικαίου, έκανα την γνώμη μου δίκαιο και σε κουτούπωσα!!

Είναι απλά τα πράγματα, άνθρωποι σαν εμένα, νταβραντωμένοι, με κατοικήσιμο εγκέφαλο, με αποδεδειγμένη δυνατότητα επιβίωσης σε περίπλοκα περιβάλλοντα, με γνώσεις και εμπειρίες κατά πάσα πιθανότητα θα βγούνε κερδισμένοι σε μία μάχη εκτός πλαισίου νομιμότητας, κανόνων και αρχών. Δεν υπάρχει περίπτωση, τα λιοντάρια κερδίζουν τα πρόβατα χάνουν, κανόνας! Για αυτό το λόγο έγιναν οι νόμοι, και επιβάλετε η υπακοή στη νομιμότητα, για να προστατευθούν οι αδύναμοι. Και οι ναυτεργάτες, οι όποιοι εργάτες, είναι αδύναμοι, πρέπει να υπάρχουν κανόνες και δίκαια για να προστατευθούν. Είναι αδιανόητο και συνάμα απύθμενα ηλίθιο οι αδύναμοι να απαιτούν συλλήβδην τη καταστρατήγηση των νόμων.

Βέβαια ένα θέμα είναι, όπως μου είπε ένας «φίλος» κομουνιστής, ζούμε συνθήκες επανάστασης! Τα εισαγωγικά είναι γιατί δεν μπορεί να είναι φίλος μιας και είμαστε – λεει – ταξικοί εχθροί. Τώρα περί επανάστασης τι να σας πω βρε παλικάρια, αλλιώς την είχα στο μυαλό μου, αλλιώς πίστευα ότι είναι. Μπορεί όμως και να κάνω λάθος.

Το σημερινό φαγάκι το έφτιαξα τη περασμένη βδομάδα. Καλό βγήκε αν και παλιά το είχα κάνει καλύτερο. Είναι ένα από τα πολύ παραδοσιακά φαγητά των Κυθήρων, νησί ονειρικό, νησί μαγεμένο. Είναι από αυτά τα μέρη που ή τα λατρεύεις ή δεν σου λένε τίποτα. Εγώ το έχω λατρέψει. Έτσι και αυτό το φαγάκι, σαν το νησί του ....

Ξυνόχοντρος με μελιτζάνες

1 κιλό μελιτζάνες αργείτικες
3 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
1 κουτί μικρό ντοματάκια κατά προτίμηση Σαντορίνης, λιωμένα με ένα πιρούνι
1 φλιτζάνι λάδι
αλάτι, πιπέρι
4-5 κουταλιές της σούπας ψιλοκομμένος μαϊντανός
1/2 κιλό ξυνόχονδρο

Σε ένα μεγάλο μπολ, μουσκεύουμε τον ξυνόχονδρο σε χλιαρό νερό για μισή ώρα περίπου. Κόβουμε τις μελιτζάνες σε κυβάκια. Σε μια μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνουμε το λάδι και σοτάρουμε το κρεμμύδι. Όταν γίνει διάφανο, ρίχνουμε τις μελιτζάνες, και σβήνουμε με τα ντοματάκια, αλατοπιπερώνουμε και προσθέτουμε μισό φλιτζάνι νερό. Μόλις πάρει βράση, προσθέτουμε τον ξυνόχονδρο, χαμηλώνουμε πολύ τη φωτιά γιατί κολλάει και μαγειρεύουμε για περίπου 20 λεπτά χωρίς να ανακατέψουμε πολύ. Λίγο πριν το τέλος προσθέτουμε και τον μαϊντανό, και ανακατεύουμε λίγο ίσα για να πάει παντού.