Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Πρωτοχρονιά

Τι σκατά τη θέλω εγώ την άδεια δεν ξέρω!! Θεωρητικά κάθομαι τόσες μέρες αλλά δεν έχω σταθεί λεπτό! Καλύτερα να δούλευα, πιο πολύ χρόνο θα είχα. Είπα σήμερα να μπω να σας γράψω μία βασιλόπιτα, αφού μόλις την έφτιαξα και τουλάχιστον από άρωμα σκίζει. Είναι πολίτικη, τσουρέκι δηλαδή με μαγιά, μαστίχα και μαχλέπι. Μην μου πείτε ότι τέτοιες έχει και ο Βάρσος, και ξαπλώσετε στον καναπέ να τεμπελιάσετε, γιατί δεν είναι πρέπων. Άντε σηκωθείτε!!!

1 κιλό (στο περίπου βέβαια) αλεύρι για τσουρέκια
80 γραμμάρια νωπή μαγιά (2 κύβοι από το σούπερ μάρκετ) και 1 σακουλάκι ξερή
1 ½ φλιτζάνι χλιαρό γάλα
4 αυγά και 2 ασπράδια
2 φλιτζάνια ζάχαρη
1 ½ φλιτζάνι βούτυρο τύπου κερκύρας, ζεσταμένο να είναι χλιαρό
1 φακελάκι μαχλέπι κοπανισμένο
1 κουταλάκι του γλυκού μαστίχα κοπανισμένη, ή 10 σταγόνες μαστιχέλαιο
1 κρόκο για το άλειμα
αμύγδαλα ασπρισμένα για διακόσμηση

Κοσκινίζετε το αλεύρι και το βάζετε λίγο στο φούρνο να ζεσταθεί. Σε μία λεκάνι διαλύετε τη μαγιά με το γάλα και 2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη και προσθέτετε 1 φλιτζάνι αλεύρι περίπου να γίνει μία ζύμη μάλλον αραιή, σαν πηχτός χυλός. Τη βάζετε στο φούρνο στους 50 βαθμούς αέρα να φουσκώσει για 15 λεπτά ή την σκεπάζετε πολύ καλά και την αφήνετε σε ζεστό μέρος να διπλασιαστεί.

Σε μίξερ χτυπάτε τα αυγά με τη ζάχαρη για 10 λεπτά περίπου να γίνει ένα πηχτός άσπρος χυλός. Σε μία μεγάλη λεκάνη που την έχετε επίσης ζεστάνει λίγο στο φούρνο ή με σεσουάρ (όντως το διάβασα πρόσφατα !) βάζετε τη μαγιά, τα αυγά, τη μαστίχα και το μαχλέπι ανακατεύετε να γίνει ένας χλιαρός ομογενοποιημένος χυλός. Σιγά σιγά και εναλλάξ προσθέτετε το αλεύρι και το βούτυρο, μέχρι να γίνει ένα πολύ μαλακό ζυμάρι και να έχει απορροφήσει όλο το βούτυρο. Προσπαθήστε να βάλετε το περισσότερο βούτυρο προς το τέλος. Βάζετε την έτοιμη ζύμη σε ένα καθαρό μεγάλο μπολ (προσοχή θα τριπλασιαστεί) και την βάζετε πάλι στο φούρνο στους 50 βαθμούς (βάλτε και ¼ του ποτηριού νερό στον πάτο του φούρνου να γίνει υγρασία) και την αφήνετε για 4 ώρες ή μέχρι να τριπλασιαστεί περίπου.

Βουτυρώνετε ένα μεγάλο στρογγυλό ταψί και χωρίς να ξαναζυμώσετε απλώνετε το ζυμάρι να καλύψει τον πάτο του ταψιού. Το ξαναβάζετε στο φούρνο ή σκεπασμένο καλά με κουβέρτες σε ένα ζεστό μέρος (π.χ. κοντά σε καλοριφέρ) και το αφήνετε 2 ώρες να ξαναφουσκώσει πάλι. Προθερμαίνετε τον φούρνο στους 200 βαθμούς, με ένα πινέλο απλώνετε τον κρόκο πάνω στο τσουρέκι και στολίζετε με αμύγδαλα και σουσάμι, προσεκτικά όμως και πάντα σε ζεστό σημείο χωρίς να το πιέζετε πολύ και σας «κάτσει». Ψήνετε το τσουρέκι για 10 λεπτά στους 200 βαθμούς και μετά στους 180 για άλλη μισή ώρα. Μην το παραψήσετε και στεγνώσει, αλλά καλό είναι πριν το βγάλετε να βάλετε και ένα μαχαιράκι να δείτε αν βγαίνει στεγνό!

Το φλουρί, τυλίχτε το με ένα αλουμινόχαρτο και βάλτε το κάθετα από τον πάτο σε σημείο όμως που να μην είναι στο κέντρο, γιατί τότε θα τύχει σε όλους. Βάλτε την βασιλόπιτα σε μία ωραία πιατέλα και προσοχή όταν την κόβετε να την έχετε χαράξει πρώτα ώστε να ονοματίζετε τα κομμάτια, να ξέρετε τι σας γίνετε όταν πέσει μεταξύ δύο κομματιών.

Καλή χρονιά να έχουμε όλοι!

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Καλές Γιορτές


Τι να σας πω; καλά Χριστούγεννα, λες και κάποιος θα γεννηθεί συντόμως; ή καλή χρονιά που είναι μία μισή ευχή; Σας εύχομαι καλές γιορτές και εκείνο το Σαββοπουλικό ... «ας μας έχει ο θεός γερούς πάντα ν΄ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε βρε...»!

Στο πάρτι πέρασα καταπληκτικά, και ελπίζω το ίδιο να ισχύει και για εσάς. Με όσους από εσάς μίλησα άκουσα τα καλύτερα και αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη. Αυτός άλλωστε είναι και ο μοναδικός σκοπός, να μαζευόμαστε και να ξεφαντώνουμε. Να πίνουμε, να τρωμε, να κουβεντιάζουμε, και χορεύουμε, να ξεδίνουμε. Λοιπόν εγώ εκεί κοντά στις γιορτές αυτό το ξεφάντωμα το έχω πολύ ανάγκη. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που ήρθατε και ήσασταν κεφάτοι.

Για μέρες μέτραγα κεφάλια, αν δεν κάνω λάθος ήμασταν 85 άτομα. Επειδή όλοι με ρωτάτε σας λεω ότι όλα πήγαν καλά με το σπίτι, καμία ζημιά! Είμαστε μεγάλα παιδιά άλλωστε για ζημιές. Για όσους δεν ήρθαν βάζω και κανα δυο φωτογραφίες έτσι για να δείτε τι χάσατε. Αντε και του χρόνου πάλι, ή και νωρίτερα, όρεξη να έχετε και το σπίτι μου είναι πάντα διαθέσιμο, θα δούμε ίσως κανένα μασκέ το Φεβρουάριο.



Σήμερα αποφάσισα να στρωθώ να σας γράψω φαγάκια. Τα Χριστούγεννα πέρασαν πλέον, δεν ήμουνα και πολύ συνεπής με τις υποσχέσεις μου αλλά για την πρωτοχρονιά έχετε καιρό. Φαγάκια λοιπόν, εορταστικά και διαφορετικά.

Γαλοπούλα γεμιστή, όπως την έφτιαχνε η γιαγιά μου, όπως την κάνω και εγώ τώρα. Αυτή η συνταγή δεν χάνετε, είναι αυτό που λέμε οικογενειακή.

1 μικρή γαλοπούλα 3,5 – 4 κιλά
250 γραμμάρια κιμάς μοσχαρίσιος
100 γραμμάρια κουκουνάρι
20 κάστανα ψητά (τα χαράζετε και τα ψήνετε λίγο στο φούρνο να ανοίξουν και να καθαρίζονται εύκολα)
1 ξερό κρεμμύδι ψιλοκομμένο
6 δαμάσκηνα ξερά ψιλοκομμένα, 6 βερίκοκα ξερά ψιλοκομμένα
½ φλιτζάνι σταφίδες ξανθές μουλιασμένες για ½ ώρα είτε σε κονιάκ ή σε γλυκό κρασί
αλάτι, πιπέρι, κίμινο, μπαχάρι, λίγο μοσχοκάρυδο
5 κουταλιές της σούπας ρύζι καρολίνα
τα εντόσθια της γαλοπούλας σοταρισμένα και ψιλοκομμένα
1/2 ποτήρι του κρασιού λευκό κρασί και προαιρετικά ½ σφινάκι σόγια σος (προσοχή στο αλάτι γιατί είναι πολύ αλμυρή η σόγια σος)
ξύσμα από ένα πορτοκάλι
προαιρετικά μπορείτε να προσθέσετε και ψιλοκομμένα καρύδια ή/και αμύγδαλα
πατάτες για το ταψί,
βούτυρο για να αλείψετε τις πατάτες,
1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι και με 1 κουταλιά της σούπας μουστάρδα διαλυμένη στο πορτοκαλόζουμο
2 λεμόνια στημένα.

Καθαρίζετε και πλένετε τη γαλοπούλα. Την αλατοπιπερόνετε δεόντως μέσα και έξω και την αφήνετε να συνέλθει σε θερμοκρασία δωματίου, όσο φτιάχνετε την γέμιση.

Σε ένα μεγάλο τηγάνι, σοτάρετε με λίγο βούτυρο το κρεμμύδι μέχρι να γίνει διάφανο. Προσθέτετε τον κιμά και τα εντόσθια και τα καβουρδίζετε καλά να αποβάλουν και να απορροφήσουν όλα τα υγρά τους. Τα σβήνετε με το κρασί και την σόγια και αφήνετε να εξατμιστεί το αλκοόλ. Σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία προσθέτετε με την σειρά τα κάστανα ψιλοκομμένα, τα δαμάσκηνα, τα βερίκοκα, τις σταφίδες που έχετε σουρώσει, τα αμύγδαλα και τα καρύδια (αν βάλετε τελικά) το μπαχάρι, το κίμινο, το μοσχοκάρυδο, (βάλτε αρκετά να σας μυρίζει έντονα η γέμιση), το ξύσμα πορτοκαλιού και στο τέλος το ρύζι. Αφαιρέστε το τηγάνι από τη φωτιά, και στο τέλος προσθέστε το κουκουνάρι. Αφήστε την λίγο να κρυώσει και αρχίστε με ένα κουτάλι να γεμίζετε τη γαλοπούλα τόσο από μπροστά στο γουλί (εκεί που είναι ο λαιμός) όσο και από πίσω. Όταν την γεμίσετε τότε με μία μεγάλη βελόνα (σακοράφα) και ένα σπάγκο μαγειρικής να την ράψετε καλά να μην χυθεί η γέμιση όσο ψήνετε το πουλί.

Βάλτε τη γαλοπούλα στο κέντρο ενός μεγάλου ταψιού με το στήθος προς τα κάτω, περιχύστε την με το χυμό πορτοκαλιού στον οποίο έχετε διαλύσει τη μουστάρδα και αλατοπιπερώστε παντού. Βάλτε την στο φούρνο να ψηθεί στους 220 βαθμούς πάνω κάτω για 45 λεπτά. Κάθε 20 λεπτά με ένα κουτάλι την λούζετε με τα υγρά του ταψιού κυρίως εκεί που είναι η γέμιση ώστε να μπουν τα υγρά μέσα και να μαγειρευτεί το ρυζάκι. Στο εντωμεταξύ καθαρίζετε τις πατάτες και της κόβετε κυδωνάτες όχι πολύ μικρές. Στα 45 λεπτά, βγάλτε το ταψί από το φούρνο γυρίζετε τούμπα την γαλοπούλα με το στήθος προς τα πάνω και απλώνετε γύρω από το πουλί τις πατάτες. Βάζετε 2-3 κουταλιές σούπας βούτυρο στις πατάτες και τον χυμό του λεμονιού, αλάτι και πιπέρι. Ψήνετε το πουλί για 1 – 1 ½ ώρα ακόμα. Λένε ότι η γαλοπούλα θέλει 20 λεπτά ανά κιλό αλλά να σας πω την αλήθεια εγώ την θέλω πιο καλοψημένη και για αυτό την ψήνω μέχρι να λιώσει. Βέβαια την περιχύνω με τα ζουμιά της κάθε 20 λεπτά ώστε να μην ξεραθεί και στεγνώσει. Τώρα εσείς κάνετε ότι καταλαβαίνετε, αν την θέλετε πολύ ζουμερή, μπορείτε να βάλετε από την αρχή τη γαλοπούλα μαζί με τις πατάτες στο ταψί. Όπως και να είναι θυμηθείτε, ότι είναι ένα μάλλον άνοστο πουλί, που το φτιάχνουμε για την παράδοση περισσότερο και βέβαια για την γέμιση. Όταν ψηθεί, βγάλτε την από τον φούρνο, αφήστε την 15 λεπτά να κρυώσει λίγο και να απορροφήσει όλα τα υγρά της, και αδειάστε με ένα κουτάλι την γέμιση σε ένα μπολ. Μετά με ένα καλό μαχαίρι κόφτε την γαλοπούλα σε μερίδες και σερβίρετέ την με την πατατούλες.

Τα τελευταία χρόνια φτιάχνω στα τραπέζια μου ένα συγκλονιστικό ρύζι που δίκαια ονομάζετε το πιο αρωματικό ρύζι του κόσμου! Δοκιμάστε το ακόμα και με την παραπάνω γαλοπούλα και θα με θυμάστε.

Αφγάνικο Ρύζι

Η δόση είναι 4 άτομα κυρίως πιάτο – υπολογίστε ότι ένα φλιτζάνι ρύζι είναι συνοδευτικό για 6 άτομα, και κυρίως πιάτο για 3, οπότε βάλτε ανάλογη ποσότητα ρυζιού. Επίσης δεν είναι υποχρεωτικό να βάλετε το κοτόπουλο, που αλλάζει πλέον τη δομή του πιάτου και από απλό συνοδευτικό το κάνει κυρίως και φυσικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ζωμό από κύβο. Εγώ όμως θα έβραζα ένα μικρό κοτόπουλο και θα πρόσθετα λίγα από τα ψαχνά του σε αυτή τη ποσότητα ρυζιού απλά για να αποκτήσει πιο ενδιαφέρον το μίγμα. Θα έβραζα στον ζωμό και λαχανικά όπως 2-3 καρότα, 1 κρεμμύδι, 1 πατάτα ώστε να γίνει πιο πλούσιος ο ζωμός και αφού θα τον συμπλήρωνα με νερό, ώστε να έχω την αναλογία 1 φλιτζάνι ρύζι – 1 ¾ ζωμό, για μεγαλύτερη ποσότητα ρυζιού θα έβαζα και 1 κύβο κοτόπουλου ώστε να έχω την επιθυμητή ποσότητα ζωμού.

Η κανονική δόση είναι:

1 μικρό κοτόπουλο, βρασμένο χωρίς την πέτσα του, ξεκοκαλισμένο και πολύ ψιλοκομμένο
1 γενναιόδωρη πρέζα σαφράν
1 ¾ κούπες ζωμό κοτόπουλου
2 κουταλιές της σούπας βούτυρο κερκύρας
1 κουταλιά της σούπας ξύσμα πορτοκαλιού
2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
1 κούπα ρύζι μπασμάτι (απ΄ αυτό που βράζει σε 20 λεπτά)
1 κουταλιά της σούπας σουλτανίνες
αλάτι
¼ της κούπας καθαρισμένα φιστίκια αιγίνης (όχι αλατισμένα)
3 κουταλιές της σούπας αμύγδαλα λευκά , καβουρδισμένα και ψιλοκομμένα ή 3 κουταλιές της σούπας κουκουνάρι καβουρδισμένο
λίγα φρέσκα σπόρια ροδιού

Σε ¼ της κούπας ζωμό διαλύουμε το σαφράν. Το αφήνουμε στην άκρη για τουλάχιστον 15 λεπτά. Λιώνουμε το βούτυρο σε μία κατσαρόλα και προσθέτουμε το ξύσμα και τη ζάχαρη. Σοτάρουμε για 1 λεπτό περίπου. Προσθέτουμε το ρύζι και το γυαλίζουμε καλά με το βούτυρο και τη ζάχαρη. Προσθέτουμε το ζωμό, και αυτό που περιέχει το σαφράν και τις σουλτανίνες. Σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε για 13 λεπτά. Σβήνουμε την εστία σκεπάζουμε την κατσαρόλα με μία πετσέτα και την ξανακαπακώνουμε πάνω από την πετσέτα και το αφήνουμε για άλλα 7 λεπτά να τραβήξει τα υπόλοιπα υγρά.

Αν πρόκειται να το μαγειρέψουμε από νωρίς, τότε το απλώνουμε σε ταψί και το αφήνουμε να στεγνώσει. Όταν θέλουμε να το σερβίρουμε προσθέτουμε το ψαχνό του κοτόπουλου, πολύ ψιλοκομμένο, τα φιστίκια, αμύγδαλα ή το κουκουνάρι και το ρόδι. Το βάζουμε σε μία φόρμα, να πάρει σχήμα και το ξεφορμάρουμε. Μπορούμε από πάνω να το πασπαλίσουμε με λίγα φιστίκια που έχουμε ψιλοκόψει στο μούλτι.

Αν όμως δεν θέλετε να φτιάξετε μία ολόκληρη γαλοπούλα γιατί είστε λίγα άτομα στο τραπέζι μπορείτε να κάνετε ....



Στήθος Γαλοπούλας με μήλα

2 στήθη γαλοπούλας
3 κουταλιές της σούπας λάδι
3 κουταλιές της σούπας βούτυρο
4 μέτρια πράσινα μήλα
1 μικρό φλυτζανάκι μπράντι (δεν περιμένω να έχετε calvados, άντε βάλτε κανένα καλό κονιάκ)
λίγη κανέλα, αλάτι και πιπέρι
μαϊντανό ψιλοκομμένο για διακόσμηση και λίγα σπόρια ροδιού

Καθαρίζετε τα μήλα και τα κόβετε σε μέτριες φέτες. Ζεματάτε το βούτυρο σε ένα τηγάνι και βάζετε τα μήλα να μαλακώσουν λίγο. Τα βγάζετε από το τηγάνι και τα πασπαλίζετε με την κανέλα. Κόβουμε τα φιλέτα οριζόντια στη μέση και τα αλατοπιπερόνουμε καλά. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο και σοτάρουμε τα φιλέτα ώσπου να ροδίσουν ελαφρά από όλες τις πλευρές. Τα βγάζουμε από το τηγάνι και τα βάζουμε σε ένα ταψί. Προσθέτουμε στο ταψί και τα μήλα Χύνουμε το ελαιόλαδο από το τηγάνι και το ξαναβάζουμε στη φωτιά, σε δυνατή εστία. Προσθέτουμε το κονιάκ και με μία ξύλινη κουτάλα ξύνουμε τα κολλημένα υπολείμματα της γαλοπούλας από τον πάτο του τηγανιού. Με μεγάλη προσοχή να μην καείτε βάζουμε φωτιά με ένα αναπτήρα στο κονιάκ και τον αφήνουμε να σβήσει μόνο του. Περιχύνουμε τη γαλοπούλα με το κονιάκ και το βάζουμε στο φούρνο στους 180 βαθμούς αέρα για μισή ώρα περίπου. Κόβουμε τα φιλέτα σε φέτες και τα σερβίρουμε στα πιάτα, τα γαρνίρουμε με τα μήλα και τα πασπαλίζουμε με τον μαϊντανό και τα σπόρια του ροδιού. Αν έχετε και κόκκους από κόκκινο πιπέρι (δεν είναι καυτερό) βάζετε λίγους από πάνω, δίνουν ένα ωραίο εορταστικό χρώμα.

Για πάμε στα πιο δύσκολα τώρα.......

Ζαρκάδι με κάστανα και καραμελωμένα κρεμμύδια

Δύο μέτρια φιλέτα ζαρκαδιού, περίπου 500 γραμμάρια. Τα σουπερ μάρκετ τα έχουν έτσι συσκευασμένα φρέσκα, το είδα σήμερα!
1 λίτρο κόκκινο κρασί
1 μικρό μουκέτο από διάφορα φρέσκα αρωματικά, δηλαδή λίγο βασιλικό, μαϊντανό, κάρδαμο, πιασμένα μαζί με ένα σπάγκο.
3 σκελίδες σκόρδο
½ κουταλάκι ξερό δεντρολίβανο
400 γραμμάρια κάστανα (πάρτε από τα έτοιμα τα ξεφλουδισμένα και τα προβρασμένα)
3 κουταλιές βούτυρο
250 γραμμάρια μικρά ξερά κρεμμυδάκια
1 κουταλιά ζάχαρη
αλάτι και πιπέρι

Το ζαρκάδι και τα άλλα κυνήγια είναι πολύ σκληρά κρέατα και θέλουν καλό μαρινάρισμα, έτσι δύο μέρες πριν από το μαγείρεμα βάλτε το κρέας σε ένα βαθύ τάπερ, ή μπολ που μπορείτε να κλείσετε με μεμβράνη. Περιχύστε το με το κρασί και προσθέστε το μπουκέτο με τα αρωματικά και τις σκελίδες του σκόρδου. Αφήστε το καλά σκεπασμένο στο ψυγείο και 3-4 φορές την ημέρα ανοίχτε το και να γυρίσετε το κρέας να μαριναριστεί καλά από όλες της πλευρές. Προτού το μαγειρέψετε, βγάζετε το κρέας και σουρώνετε το κρασί σε μία κατσαρολίτσα. Το αλατοπιπερόνετε, προσθέστε και μία κουταλιά βούτυρο και το βράζετε για 20 λεπτά περίπου ώσπου να «δέσει» κάπως. Κόβετε το κρέας σε μικρά φιλετάκια και σε ένα αντικολλητικό τηγάνι, ζεσταίνετε το λάδι και τηγανίζετε καλά τα φιλετάκια να πάρουν χρώμα από όλες τις πλευρές χωρίς όμως να ξεραθούν. Όταν γίνουν όλα, αφήνετε το κρέας σε ένα ταψάκι στο φούρνο να παραμείνει ζεστό μέχρι να ετοιμάσετε τη γαρνιτούρα. Σε ένα τηγάνι, βάζετε 1 κουταλιά βούτυρο και τηγανίζετε τα κάστανα. Σε άλλο τηγάνι (με αυτή τη συνταγή θα κάνετε την κουζίνα Σαραγιεβο) ζεσταίνετε 1κουταλιά βούτυρο και ρίχνετε τα κρεμμυδάκια που τα έχετε κόψει ροδέλες. Τα σοτάρετε σε χαμηλή θερμοκρασία να πάρουν ωραίο χρώμα και προσθέτετε τη ζάχαρη. Ανακατεύετε καλά ώσπου να λιώσει η ζάχαρη και να καραμελώσουν τα κρεμμύδια. Βάζετε το κρέας σε ένα πιάτο και γαρνίρετε με τα κάστανα, και τα κρεμμύδια. Περιχύνετε με σάλτα και σερβίρετε αμέσως!!

Τέλος για σήμερα.... αύριο φεύγω για Αίγινα, θα επανέλθω την Κυριακή με πιο πολλές συνταγές για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Δέχομαι και παραγγελίες, ζητήστε μου λοιπόν και θα σας βρω τη πιο κατάλληλη συνταγή.

Καλές επιτυχίες, και καλά ξεφαντώματα!!!

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Δεν ....

Δεν ... πάλι. Μόλις χτες γύρισα από τη Ρουμανία, και από το πρωί είμαι μεταξύ, τυροπιττακίων, λουκανοπιτακίων, ουισκίων, και ... τι Τεκίλα να πάρω λευκή ή κίτρινη;;

Όπως καταλαβαίνετε οι ετοιμασίες για το πάρτι είναι στο φουλ Μια φορά (ευτυχώς μάλλον) γίνομαι 40, και πρέπει να το γιορτάσω. Εξάλλου η γενιά του ΄68 είναι επίκαιρη πλέον, και μιάς και λάμπει δια τις απουσίας της από τα γεγονότα, ας γλεντήσει τουλάχιστον.

Λοιπόν για να μην λέμε πολλά, ώρες που είναι, σας περιμένω όλους το Σάββατο σπίτι, μην τυχόν και δεν έρθετε!! και από τη Δευτέρα σας έχω συνταγές για Γαλοπούλα, αρνάκια, σουφλεδάκια και άλλα εορταστικά.

Φιλάκια.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Φταις ρε φίλε και εσύ

Δεν έγραψα τίποτα τις τελευταίες μέρες, γιατί και δεν έχω καταλάβει ακόμα τι έγινε και γιατί το να γράψω κάτι άλλο είναι άτοπο. Όχι ότι τώρα έχω καταλάβει, αλλά να ... σήμερα το πρωί μου ήρθε στο νου μια ιστορία που έχει σχέση με τα γεγονότα.

Όταν σπούδαζα και εγώ, είχα ένα καθηγητή, νέο και αρκετά ενδιαφέροντα άνθρωπο, που όμως είχε ορισμένες περίεργες εμμονές. Στις εξετάσεις, έβαζε πάντα εξαιρετικά δύσκολα θέματα, πολύ πιο δύσκολα από το επίπεδο των μαθητών. Διόρθωνε δε με πολύ αυστηρό τρόπο με αποτέλεσμα να περνάνε 2-3 άτομα κάθε εξάμηνο. Με τον καιρό μαζεύτηκαν χιλιάδες παιδιά να χρωστάνε το μάθημά του, που το δίνανε και το ξαναδίνανε, και στην τελική καθυστερούσαν το πτυχίο τους. Εγώ το μάθημά του το πέρασα με εξαντλητικό διάβασμα, όπου παπαγάλισα κυριολεκτικά εκατοντάδες σελίδες και τελικά κατάφερα να το περάσω με την 3η, αλλά το πέρασα!

Αυτός ο άνθρωπος έγινε στην πορεία συνάδελφος μου και με τον καιρό φίλος μου, είναι πολύ καλό παιδί αλλά έχει και κάποια τέτοια κολλήματα που πως να το κάνουμε είναι απαράδεκτα. Βέβαια έχει βρει τον κακό μπελά με αυτά που κάνει, και το αυτοκίνητο του σπάσανε, και τον ίδιο απειλήσανε, και μήνυση του κάνανε και τελικά τον έχουν καταγγείλει στο Υπουργείο και μέσα από τεράστιες γραφειοκρατικές διαδικασίες, κρίσεις και δεν ξέρω και εγώ τι, προσπαθούν να τον αλλάξουν ή να τον διώξουν, όχι μόνο οι μαθητές αλλά και οι συνάδελφοι του. Αυτός βέβαια, ως μάλλον προβληματική προσωπικότητα, έχει στυλώσει τα πόδια κάτω και δεν κάνει ρούπι από τις θέσεις του και την επιχειρηματολογία του που βέβαια λεει ότι δεν μπορώ και δεν πρέπει να περάσω μαθητές που δεν έχουν διαβάσει και δεν γνωρίζουν το αντικείμενο.

Να συμφωνήσω μαζί του, δεν πρέπει να περάσει μαθητές που δεν διαβάζουν και δεν έχουν διδαχτεί ουσιαστικά. Αλλά ποιος διδάσκει; Αυτός ή άλλος; Ποιος έχει χρέος να μάθει στα παιδιά το αντικείμενο στο οποίο θα τα εξετάσει; Για εμένα αυτός ο άνθρωπος δεν έχει καμία ικανότητα να διδάξει, καμία. Είναι μεν καλός μηχανικός, γνωρίζει πολύ καλά το θέμα, αλλά να «μεταδόσεις γνώσεις» απαιτεί άλλες ικανότητες και άλλα ταλέντα που δεν έχει, δεν κατανοεί ότι δεν έχει, και δεν παραδέχεται βέβαια ότι δεν έχει.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση το να είσαι δάσκαλος, απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, ενδιαφέρον και αγάπη για αυτό που κάνεις. Πρέπει να σε νοιάζει, και να μην το κάνεις γιατί είναι μια ακόμα δουλειά ή μία πολύ καλή εξέλιξη στην καριέρα σου. Επίσης πρέπει να έχεις αντίληψη του κόσμου στον οποίο ζουν οι μαθητές σου, από που προέρχονται, και «τι βαλίτσα κουβαλάνε». Αυτά για να είσαι καλός δάσκαλος, αλλιώς είσαι άλλος ένας διαχειριστής, σαν τον μπάρμπα που σου φέρνει κάθε μήνα τα κοινόχρηστα στην πολυκατοικία σου.

Έχω φίλους στον χώρο και γνωρίζω καλά και γιατί γίνανε ή θέλουν να γίνουν «δάσκαλοι» και πως αντιμετωπίζουν σε γενικές γραμμές αυτό που κάνουν. Από τη μία υπάρχει μία γενικότερη θεώρηση ότι όλα τα παιδιά είναι «ζαβά» και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν και τους νοιάζει μόνο να παίζουν PRO και το πτυχίο το κυνηγάνε γιατί πρέπει, και εμείς δεν ήμασταν έτσι (είμαι η πρώτη που το λεω αυτό βέβαια) και από την άλλη η άποψη ότι εγώ δεν μπορώ να είμαι ο κούκος που τελικά δεν θα φέρει την άνοιξη, όταν όλα γύρω μου είναι στάχτη και μπούρμπερη, εγώ θα κάνω τα παιδία σωστούς επιστήμονες;

Σαφώς και υπάρχει ένα τεράστιο μπάχαλο στην παιδεία. Βεβαίως η παιδεία χειροτερεύει με ταχύτατους ρυθμούς. Τώρα αν αυτό οφείλετε στην τάδε ή στην δείνα πολιτική δεν ξέρω. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι οφείλετε και στην έλλειψη «Δασκάλων». Και όταν δεν διδάσκεις εσύ που πρέπει, δεν μπορείς και να απαιτείς από τους μαθητές σου να έχουν διαδεχτεί.

Πολλοί λένε ότι δεν ήμασταν έτσι εμείς, δεν ξέρω, μπορεί και να ήμασταν, μπορεί και να μην ήμασταν. Άλλη γενιά, άλλες εποχές, άλλες απαιτήσεις, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε δηλαδή. Αυτή όμως είναι η ουσία, ποια γενιά είναι καλύτερη;

Είναι εύκολο να κριτικάρεις, πολύ εύκολο να καταδικάζεις, ακόμα πιο εύκολο να σχολιάζεις και να κάνεις τον έξυπνο. Αυτό που είναι δύσκολο είναι να κάνεις κάτι καλά και σωστά. Έτσι λοιπόν και ο φίλος μου ο καθηγητής δεν κάνει καλά την δουλειά του, αλλά κριτικάρει, κατηγορεί και θάβει αρκετά παιδιά. Κάποια από αυτά ίσως να αξίζουν αυτή τη συμπεριφορά, αλλά σίγουρα όχι όλα, έτσι με αυτή τη γενίκευση που κάνει, χάνουν οι πράξεις του κάθε νομιμοποίηση.

Τέλος θέλω να πω, ότι εγώ δεν είχα κανένα καλό δάσκαλο. Κανένα! Ούτε στο σχολείο, ούτε στις μετέπειτα σπουδές. Ίσως πολλοί συμμαθητές μου και συμφοιτητές μου να διαφωνούν, να θεωρούσαν κάποιους από τους καθηγητές μας, καλούς δασκάλους, εγώ όμως όχι! Τα έβγαλα όμως πέρα, με πολύ προσωπική δουλειά και κούραση. Νομίζω όμως ότι η σημερινή εποχή είναι πολύ πιο απαιτητική και δεν αρκεί η πολύ προσωπική δουλειά, για να τα βγάλεις πέρα. Αλλά και πάλι δεν είμαι πολύ σίγουρη για αυτό. Εσείς τι λετε;

Επανέρχομαι δριμύτερη με φαγάκια όμως. Σήμερα θα σας γράψω ένα εύκολο φαγητό που κάνω πάντα τα Χριστούγεννα, είναι πολύ πετυχημένο και αρέσει πολύ στην Ελληνική γευστική κουλτούρα. Αυτό το λεω γιατί συνήθως τα Χριστούγεννα, και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συνέχεια συνταγές γλυκοξυνες, με φρούτα, με ξηρούς καρπούς, αν και οι Έλληνες δεν είναι πολύ εξοικειωμένοι με τέτοια πιάτα, και είναι ακόμα οπαδού του κλασικού.

Κρέας με λαχανικά στη γάστρα

Για μία μέτρια γάστρα, όχι πολύ μεγάλη, περίπου 6 μερίδες

½ κιλό χοιρινό, κομμένο σε μικρά κομμάτια
1 λουκάνικο χωριάτικο σε ροδέλες (ότι σας αρέσει αλλά να μην είναι πολύ πικάντικο με πορτοκάλια και άλλα αρωματικά γιατί θα υπερισχύσει η γεύση του) ,
2 φιλέτα στήθος κοτόπουλο (ή γαλοπούλα) σε μικρά κομμάτια
(αν θέλετε βάλτε και άλλα κρέατα όπως αρνί και μοσχάρι πάλι κομμένο σε μικρά κομμάτια)
½ πράσινη πιπεριά σε λωρίδες
½ κόκκινη πιπεριά σε λωρίδες
1 μεγάλο κρεμμύδι κομμένο σε μεγάλα κομμάτια
1 μεγάλο καρότο σε ροδέλες
1 μεγάλη πατάτα κομμένη σε μέτρια κομμάτια
1/2 φλιτζάνι αρακά κατεψυγμένο
½ φλιτζάνι καλαμπόκι κατεψυγμένο
1 χοντρή φέτα λεμόνι
2 κουταλιές της σούπας Μουστάρδα, αλάτι, πιπέρι
¼ του κιλού κεφαλοτύρι σε κύβους (διαλέξτε ένα πικάντικο)

Βάζετε σε μία λεκάνη όλα τα υλικά μαζί εκτός από το κεφαλοτύρι, ωμά και άβραστα όπως είναι και τα ανακατεύετε καλά, να πάει παντού η μουστάρδα. Τα βάζετε στη γάστρα και την καπακώνετε. Τα ψήνετε για περίπου 2 ½ ώρες στους 200 βαθμούς αέρα ή 240 βαθμούς πάνω κάτω. Δεν προσθέτετε λάδι ή βούτυρο ή νερό, δεν χρειάζεται, το κρέας θα βγάλει τα υγρά του και θα μαγειρευτεί σε αυτά. Όταν είναι έτοιμο, βάζετε και το τυρί, και τα ανακατεύετε πάλι να πάει παντού. Το ψήνετε με ξεσκέπαστη γάστρα μέχρι να λιώσει το τυρί. Κατ΄ αρχήν τρώγετε σκέτο με πράσινη σαλάτα, αλλά αν θέλετε συνοδευτικό πάει πολύ με ρύζι.

Ότι πρέπει για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι σας μιας και η γαλοπούλα έτσι και αλλιώς θα είναι στεγνή και άνοστη. Εξάλλου γαλοπούλα ψήνουμε μόνο για την γέμιση!

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Η διαφορετικότητα

Αυτά που ζούμε τις τελευταίες μέρες και η έκταση τους, είναι πρωτοφανή φαινόμενα για την Ελληνική κοινωνία. Και αυτό είναι το μόνο δεδομένο στο οποίο συμφωνούμε όλοι. Σε όλα τα υπόλοιπα διαφωνούμε κάθετα μεταξύ μας, 11 εκατομμύρια Έλληνες έχουν 11 εκατομμύρια απόψεις.

Χτες βράδυ δεν ήθελα να κάτσω στον καναπέ και να βλέπω να καινε την Αθήνα, πήγα λοιπόν στην πισίνα όπου κακώς πίστευα ότι λόγω επεισοδίων δεν θα έχει κόσμο. Γινόταν χαμός, απόδειξη ότι στον αστό Έλληνα δεν καίγετε καρφάκι, αρκεί να μην πάθει τίποτα η δικιά του περιουσία.

Όταν γύρισα στις 10 το βράδυ, και άνοιξα την τηλεόραση, συνειδητοποίησα το μέγεθος και τον κακό χαμό που γινότανε. Άρχισε να χτυπάει το τηλέφωνο, μέχρι τις 12:00 είχα μιλήσει με πάρα πολλούς φίλους. Θεωρητικά όλοι είμαστε άνθρωποι της ίδιας γενιάς, της ίδιας παιδείας, της ίδιας μικροαστικής τάξης, κουβαλάμε όλοι την ίδια βαλίτσα!

Χτες το βράδυ λοιπόν όλοι μας ανοίξαμε, ασυνείδητα, την βαλίτσα μας, και ανασύραμε από μέσα παραστάσεις, ιδεολογίες και ιδεοληψίες, κατάλοιπα και απωθημένα, απόψεις που έχουν ριζώσει βαθιά μέσα μας. Είμαστε 40-ρηδες πλέον, τα παιδία της γενιάς του ’68, του πολυτεχνείου. Εμείς που σήμερα κινούμε την οικονομία που πλάθουμε το μέλλον, που αποφασίζουμε και έχουμε το μέγιστο της δύναμής μας. Εμείς που πιθανόν να είμαστε ταυτόχρονα γονείς 15-χρονων, ή και μικρότερων παιδιών. Εμείς που έχουμε πολλά χρόνια μπροστά μας για να βγούμε σε σύνταξη και να ηρεμήσουμε, όπως οι γονείς μας που δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν πλέον. Εμείς που μπορεί σήμερα να έχουμε δουλειά και να αγοράζουμε πανάκριβα τζιπ και αύριο να χάσουμε τη γη απ’ τα πόδια μας.

Εμείς λοιπόν κάτσαμε χτες και προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει. Ποιοι είναι αυτοί, ήταν το δικό μου πρόβλημα. Πίστευα ότι αν καταλάβω ποιοι είναι, τότε θα μπορέσω να βρω τις αιτίες για αυτή τη βίαιη συμπεριφορά. Την αφορμή την ξέρουμε άλλωστε. Δεκάδες απόψεις ακούστηκαν χτες, όσοι και οι φίλοι με τους οποίους μίλησα. Ο κάθε ένας έλεγε και κάτι διαφορετικό, ενδεδυμένο με τον κατάλληλο πολιτικό-κομματικό μανδύα βέβαια. Από το ότι είναι οι γνωστοί αναρχικοί που τυραννάνε την Αθήνα 30 χρόνια τώρα, μέχρι ότι είναι χούλιγκανς των γηπέδων, ότι είναι παιδία των Βορείων Προαστίων και βαριούνται και άρα βγήκαν τα «τσογλάνια» να τα σπάσουν, ότι είναι ακροαριστεροί που θέλουν να ρίξουν τον Καραμανλή, ότι είναι ακροδεξιοί που θέλουν να συσπειρώσουν στους νοικοκυραίους, ότι είναι μετανάστες, ότι είναι η γενιά των 700 ευρώ, τα πάντα. Μέχρι ότι είναι άνθρωποι του Ρουσόπουλου άκουσα, που «κρατάει» στα χέρια του ένοχα μυστικά του Καραμανλή από την ιστορία του Ζαχόπουλου (όσο φαιδρό και αν ακούγεται σας πληροφορώ ότι μου το είπε ταξιτζής γείτονας της μητέρας μου, και το εννοούσε ο μαλάκας!).

Πέραν όμως από το ποιοι είναι άκουσα και πάρα πολλές άλλες θεωρίες, πολλές από αυτές αγγίζουν τα όρια συνομωσίας, πράγμα που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει μίας κοτζάμ υπουργός, ο Παυλόπουλος, βγήκε τα μεσάνυχτα και άρχισε τις ίδιες μαλακίες περί σχεδίου, ιδιοτελών σκοπών, ασύμμετρων απειλών και άλλα τέτοια σαχλά. Ο χαμός γίνετε για να πέσει ο Καραμανλής, ή για να μην πέσει και να ξεχαστεί το Βατοπαίδι. Είναι κοινωνική αντίδραση στα σκάνδαλα και στην οικονομική κρίση, είναι αντίδραση στην ηθική και πνευματική κατάπτωση της κοινωνίας, είναι καθαρή ανικανότητα της κυβέρνησης να επιβάλει την τάξη, δεν μπορεί η αστυνομία να επιβάλει την τάξη γιατί τότε θα πρέπει να πέσει ξύλο και θα φωνάζει μετά η αριστερά, φταιει ο Συνασπισμός που ενθάρρυνε στο παρελθόν τέτοια φαινόμενα, φταιει το Πασοκ που 20 χρόνια δεν μπαγλάρωσε τους αναρχικούς, φταιει η 17 Νοέμβρη, φταιει ο Λαλιώτης, ..., «ε ρε Χούντα που σας χρειάζεται»!!!

Ο κακός χαμός στο μυαλό μου χτες, οι απόψεις των φίλων μου από την μία, οι αναλύσεις των δημοσιογράφων από την άλλη, οι εικόνες που έβλεπα, ..., τα μηνύματα που προσλάμβανα ήταν τόσα πολλά και τόσο αντιφατικά που κουράστηκα. Δεν μπορούσα να τα επεξεργαστώ. Έχω και την δικιά μου βαλίτσα που επηρεάζει την κρίση μου, αλλά και πάλι ακόμα είμαι συγχυσμένη, δεν καταλαβαίνω τα πάντα. Ορισμένα πράγματα είναι μεν σαφή, όπως ότι δεν ήθελε η κυβέρνηση να το μαζέψει το πράγμα, αυτό ναι το πιστεύω, αν και πολλοί λένε ότι απλά δεν μπορούσε. Για εμένα σαν άνθρωπο δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω, έτσι και σε αυτή την περίπτωση κρίνω ότι δεν ήθελαν να τους σταματήσουν. Σαφές είναι επίσης ότι δεν μιλάμε για τα 200 άτομα των Εξαρχείων, αλλά για πολύ πιο πολυπληθείς ομάδες που μάλιστα δρούσανε σε όλη την Ελλάδα. Σαφές ήταν ότι όλος αυτός ο όχλος δεν έσπασαν τα πάντα γιατί πενθούσανε για το αδικοχαμένο μωρό, αυτό ήταν απλά η αφορμή, υπάρχουν βαθύτερα αίτια τα οποία μάλιστα είναι πολύ πιο σοβαρά όσο ανερμάτιστη και αδικαιολόγητη και να φαίνετε η χτεσινή συμπεριφορά. Ήταν θυμός, έλλειψη σεβασμού σε μία κοινωνία που μάλλον δεν τους σέβεται, ένα γενικευμένο «σας γράφω στα αρχίδια μου» και εσάς και τις περιουσίες σας. Έβλεπα και ξανάβλεπα έναν τύπο, μάλλον νεαρό από τον σωματότυπό του, να δείχνει και να ξαναδείχνει τα αρχίδια του, και θυμόμουνα έντονα μία δικιά μου εμπειρία σε μία διαδήλωση με πάρα πολύ ξύλο, όταν ήμουν φοιτήτρια, που ένας «υπάλληλος» των ΜΑΤ, για να με φοβίσει μου έδειχνε συνέχεια το όργανό του λέγοντας μου «μικρή θα σε κάνω να το γλύψεις»!

Ξέρετε υπάρχουν πολλοί σοφοί άνθρωποι που έχουν μιλήσει για τέτοια γεγονότα. Αλλά εμείς σε τέτοιες στιγμές δεν ακούμε τους σοφούς, ακούμε τους Καραμανλήδες και τους Παυλόπουλους, που τι να μας πουν αυτοί οι κακομοίρηδες! Είναι έτσι κι αλλιώς για λύπηση, ανθρωπάκια που ούτε να τα φτύσεις δεν θες. Αυτά όμως τα ανθρωπάκια δυστυχώς εξουσιάζουν ξεχνώντας ότι έχεις εξουσία πάνω στους ανθρώπους όσο δεν τους στερείς τα πάντα. Όμως, όταν συμβεί αυτό, τότε δεν τους εξουσιάζεις πια. Είναι και πάλι ελεύθεροι. Αυτό βέβαια δεν το είπα εγώ ο Αλεξαντερ Σολτζενιτσιν το είπε, κάτι ήξερε και αυτός από εξουσία! Επίσης οι χτεσινές εικόνες μου έφερναν στο μυαλό ένα αριστουργηματικό θεατρικό έργο του Μπρέχτ, το «Η άνοδος και η πτώση της πόλης του Μαχάγκονη», που περιέγραφε ακριβώς αυτό που έκανε ο κος Παυλόπουλος χτες με την αστυνομία. Θα συμβούλευα τον κύριο υπουργό, και καθηγητή πανεπιστημίου (δυστυχώς) να αφιερώνει πιο πολύ από τον χρόνο του στη λογοτεχνία και στο θέατρο, καλό θα του κάνει η παιδεία, ίσως να τον κάνει και καλύτερο πολιτικό!

Δεν ξέρω τι να πω, και δεν θέλω να βιαστώ να βάλω ταμπέλα σε όλο αυτό το χαμό. Με τον καιρό και ο θυμός θα μου φύγει, και το φτωχό μου μυαλό θα καταφέρει να χωνέψει τα γεγονότα και θα καταλήξει κάπου, τώρα όμως δεν μπορώ και δεν θέλω να το κάνω.

Για ένα όμως είμαι σίγουρη. Συντελούνται δραματικές αλλαγές στην Ελληνική κοινωνία (και μάλλον στην κοινωνία όλου του δυτικού κόσμου), και τις επιπτώσεις αυτών των αλλαγών τις έχουμε μπροστά μας, θα ζήσουμε για να τις βιώσουμε. Αν δεν ήμουνα άθεη θα έλεγα ο Θεός να βάλει το χέρι του, χαίρομαι όμως που δεν πιστεύω σε κανένα θεό, και έτσι ούτε αυτό δεν μπορώ να πω, ούτε σε αυτόν δεν μπορώ να ελπίζω. Μόνοι μας πρέπει να δώσουμε λύση στο πρόβλημα.

Μα τώρα αληθινά έχετε όρεξη για συνταγές!!!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Οχι

Δεν νομίζω ότι ανήκω στην κατηγορία των «νοικοκυραίων». Αυτοί είναι μάλλον νέο φρούτο στην κοινωνία μας και σαφώς αποτελούν τεράστια μερίδα των Ελλήνων. Η έκφραση όμως «νοικοκυραίοι» προέκυψε τελευταία μαζί με την συντηρητική στροφή που πήραμε όλοι μας, μιας και πλέον βάλαμε 5 φράγκα στη τσέπη μας και πλέον όλοι φοβόμαστε μην τα χάσουμε.

Αυτή όμως η λέξη μου αρέσει πάρα πολύ. Παραπέμπει σε νοικοκυροσύνη σε καθαριότητα και προκοπή μέσα σε ένα σπίτι, σε μία οικογένεια σε μία ομάδα. Έλα όμως που η μεταφορική της χρήση, τελευταία διαστρεβλώνει τελείως την ουσία της.

Κατ’ αρχήν δεν υπάρχουν πλέον νοικοκύρηδες και νοικοκυρές, με την παλιά έννοια, αλλά αυτό να το προσπεράσουμε και να δούμε τι εννοούν τα μίντια όταν λένε ότι με τα επεισόδια που δημιουργήθηκαν μετά τη δολοφονία του πιτσιρικά, οι «νοικοκυραίοι» θορυβήθηκαν!

Μωρέ τι μας λες! Δηλαδή κάτι φασιστόμουτρα από τα πολλά που υπάρχουν στην Ελλάδα, φάγανε λάχανο ένα μωρό 15 χρονών, έτσι γιατί τους κάπνισε, και δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία αντίδραση για να μην θορυβηθούν οι «νοικοκυραίοι».

Για εμένα ας θορυβηθούν λιγάκι και αυτοί μιας και πλέον τα δικά τους παιδιά δολοφονούν στο δρόμο, ας θορυβηθούν και ας αναρωτηθούν μήπως κάτι πάει πάρα πολύ στραβά σε αυτή τη κοινωνία, μήπως φταιει και η δικιά τους «νοικοκυροσύνη» για αυτό; μήπως φταιει, λεω, το μεγάλο βαθούλωμα στον καναπέ τους;

Το παιδάκι που χάθηκε, έτσι άσκοπα, πάει. Οι γονείς του που δεν κατάλαβαν από που τους ήρθε η κατραπακιά πάνε και αυτοί, και ας είναι εξέχοντα μέλη της Αθηναϊκής Ελίτ. Οι αθώες οικογένειες των δολοφόνων πάνε και αυτές, - εκείνα τα τρία παιδάκια του «Πραίτορα-Ράμπο», τι φταίνε!

Εμείς τι κάνουμε, μου λετε; Χτες με τους κουμπάρους μου βλέπαμε τηλεόραση και κανένας δεν πίστευε ότι ήταν ένα κακόμοιρο 15-χρονο μωρό, με παντελώς άπηχτο μυαλό, που πυροβολήθηκε. Υπήρχε μία έντονη διάθεση να βρεθεί δικαιολογία για τον Μπατσο-Ραμπο, γιατί αν δεν το κάναμε θα … κατέρρεε ο κόσμος μας. Όταν με την ώρα η δικαιολογία αυτή δεν βρισκόταν, όταν συνειδητοποιούσαμε την εφιάλτη του Σαββάτου τότε θυμώναμε όλο και περισσότερο.

Αυτό συνέβηκε, «θυμώσαμε», όχι όλοι βέβαια, οι νοικοκυραίοι εξακολουθούν να κοιτάζουν τη βολή τους, το βάθος του καναπέ τους, και τις φαντασμαγορικές εικόνες στην τηλεόραση από το Σπριντερ Στορς που έγινε παρανάλωμα. Πολλοί πάντως θύμωσαν, πολλοί είναι αυτοί που επικροτήσανε τη δήλωση εκείνου του εμπόρου, ότι είναι πολύ πιο σημαντική η δολοφονία από τις μετέπειτα καταστροφές.

Να είστε βέβαιοι ότι όταν θυμώνει η κοινωνία, την πληρώνει η πολιτική, και καλός την πληρώνει. Τι να το κάνω εγώ που υπέβαλε παραίτηση ο Παυλόπουλος, αφού αυτή δεν έγινε δεκτή και ήταν προφανώς για το θεαθήναι. Τι να το κάνω που «θα τιμωρηθούν παραδειγματικά», να μας διευκρινίσουν μόνο αν η τιμωρία θα είναι ανάλογη με αυτή των τσαμπουκάδων της ζαρντινιέρας ή του πιτσιρικά με τα πράσινα παπούτσια; Αυτό είναι το θέμα;

Το θέμα για εμένα είναι ότι όταν απευθύνεσαι σε τέτοιους τύπους και τους αποκαλείς «Πραίτορες» όταν τους λες «Το κράτος είστε εσείς», όταν δεν ελέγχεις αν είναι ψυχολογικά κατάλληλοι να κουβαλάνε όπλο, όταν για ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός γύφτου τους έριξες πρόστιμο 60 ευρώ, όταν υπάρχει η απόλυτη ατιμωρησία σε όποια λοβιτούρα και βρωμιά κάνουνε (βλέπε Ζωνιανά), γιατί αυτά τα κατακάθια της κοινωνίας να αντιδρούν διαφορετικά;

Ξέρω ότι πολλοί από εσάς τους νοικοκυραίους τώρα θα μου πείτε, «Υπερβάλεις δεν είναι έτσι η αστυνομία, ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό», εγώ επιμένω να απαντώ και να πιστεύω, ότι όχι έτσι είναι η πλειονότητα της αστυνομίας και δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό!! Αν η αστυνομία θέλει να έχω άλλη άποψη – εγώ ο απλός πολίτης - ας προσπαθήσει να με πείσει με τις πράξεις της.

Θέλω να κλείσω εδώ και να μην γράψω τίποτε άλλο, αλλά είναι δύο πράγματα που ίσως αξίζει να τα πω. Πρώτον, και βέβαια δεν συμφωνώ με το να μπαίνεις και να τα κάνεις όλα γυαλιά καρφιά επειδή νοιώθεις θυμό και αδικία, αλλά εγώ είμαι 40, και τα πιτσιρίκια που σπάνε τα πάντα μόλις 15-18. Πολλά έχουμε σούρει σε αυτή την έρμη τη γενιά, αν δεν έχουν μάθει να αντιδρούν διαφορετικά, φταιμε εμείς.

Όποιος μου πει ότι αυτά τα 15-χρονα πιτσιρίκια είναι «αντιεξουσιαστές» είναι εκτός από ηλίθιος και αγράμματος. Πότε πρόλαβε το μωρό να γίνει αναρχικός ρε γίδι!!

Η γειτόνισσα του πάνω διαμερίσματος από το δικό μου, μία κοπέλα 38 χρονών με κόρη 17-χρονη, όλο το χτεσινό βράδυ που πενθούσε όλη η Ελλάδα είχε διαπασών καψουροτράγουδα και τραγουδούσε γιατί είχε μαλώσει με τον γκόμενο !! (έτσι μου είπε το πρωί). Χαίρομαι που δεν ανήκω στους «νοικοκυραίους» όπως αυτή.

Αρκετοί συνάδελφοι είναι τσαντισμένοι σήμερα γιατί τα «τσογλάνια» κάνοντας καταλήψεις στα σχολεία το πρωί είχαν κλείσει τους δρόμους και έκαναν πολύ ώρα να έρθουν στο γραφείο. Εύχομαι το δικό τους παιδί μια μέρα να μην βρεθεί στη θέση του 15-χρονου – τσογλανιού – Αλέξανδρου.

Δεν έχει συνταγή σήμερα – πενθώ!

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Κουραμπιεδομελομακαρονα

Εδώ και χρόνια τα Χριστούγεννα φτιάχνω κουραμπιέδες, μελομακάρονα και αμυγδαλωτά. Μην μου πείτε ότι ο φούρνος της γειτονιάς σας ή η Νάνα Γιώτη φτιάχνει καταπληκτικά κουραμπιεδάκια και γιατί να παιδευτείτε να φτιάξετε τα δικά σας! Μόνο αυτά που φτιάχνετε σπίτι με καλά υλικά είναι καταπληκτικά, και επίσης αν δεν μυρίσει λίγο το σπίτι βούτυρο, αν ασχοληθείτε λιγάκι με τα γλυκά της χρονιάς πως θα καταλάβετε ότι ήρθαν Χριστούγεννα; Επίσης είναι ένα πολύ ωραίο δώρο. Εγώ τα φτιάχνω κάθε χρόνο και τα μοιράζω και σας πληροφορώ ότι όλοι εκτιμούν αυτή τη πρωτοβουλία.

Τώρα να μην σας κοροϊδέψω, δεν είναι εύκολα γλυκά, για να τα πετύχετε καλά, αλλά και πάλι όσο άσχετοι και να είστε χάλια δεν θα βγούνε. Έχω δοκιμάσει πάρα πολλές συνταγές για να καταλήξω στις πιο κάτω που όσες φορές τις έκανα ήταν πολύ επιτυχημένες. Οι κουραμπιέδες είναι από τον Παρλιάρο και δεν έχουν αυγό, πράγμα που τους κάνει πολύ τραγανούς. Τα μελομακάρονα, που λόγω μελώματος είναι πολύ πιο δύσκολο γλυκό, είναι παραδοσιακή συνταγή από χωριό, αλλά σας εγγυώμαι είναι πάντα επιτυχημένα.

Τα δικά μου θα τα φτιάξω αυτό το σαββατοκύριακο. Αν λοιπόν θέλετε δοκιμάστε και εσείς …

Κουραμπιέδες

400 γραμμάρια βούτυρο γάλακτος (τα Μπουρίτο και Ηπειρος είναι πολύ καλά)
185 γραμμάρια φυτίνη
250 γραμμάρια ασπρισμένο αμύγδαλο χοντροκομμένο και καβουρδισμένο σε βούτυρο
½ κουταλάκι του γλυκού μπεικιν παουντερ
1 κάψουλα βανίλια
220 γραμμάρια άχνη
50 γραμμάρια μαύρο ρούμι ή κονιάκ
1200 γραμμάρια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
αχνη για πασπάλισμα μετά το ψήσιμο

Στο μίξερ, σε πολύ δυνατή ταχύτητα χτυπάτε τα βούτυρα με την άχνη για πολύ ώρα μέχρι να αφρατέψουν πολύ και να ασπρίσουν. Όσο πιο πολύ αφρατέψουν τόσο πιο τραγανός θα γίνει ο κουραμπιές. Βάζουμε το γάντζο στο μίξερ (αντί για το σύρμα που είχαμε) και σε πολύ χαμηλή ταχύτητα πλέον προσθέτουμε σιγα σιγά το αλεύρι κοσκινισμένο, το μπεικιν, τη βανίλια και το ρούμι. Τα ανακατεύουμε λίγο να ομογενοποιηθούν, αλλά όχι πάρα πολύ ώρα και καταστραφεί η αφράτη υφή του βούτυρου. Επίσης, μίας και αυτό είναι ζυμάρι καλό είναι να μην προσθέσετε όλο το αλεύρι μαζί αλλά να βάλετε πρώτα το 1 κιλό και μετά να δείτε πόσο ακόμα από τα 200 γραμμάρια χρειάζεται, ώστε να γίνει μία πολύ σφιχτή ζύμη, που να τρίβετε σχεδόν στο χέρι. Στο τέλος προσθέτουμε και τα αμύγδαλα και ανακατεύομε να πάνε παντού. Πλάθουμε μικρά μικρά στρογγυλά κουραμπιεδάκια περίπου 3 εκατοστά διάμετρο. Τα βάζουμε σε ταψί που έχουμε απλώσει λαδόκολλα και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο σε αέρα στους 200 βαθμούς για 15 λεπτά. Προσοχή φουσκώνουν μην τα κολλήσετε το ένα δίπλα στο άλλο. Τα βγάζουμε από το φούρνο και τα αφήνουμε να στεγνώσουν καλά αλλά και να κρυώσουν. Αν προσπαθήσετε να τα πιάσετε ζεστά μάλλον θα τριφτούν στα χέρια σας, άστε τα να κρυώσει το βούτυρο και να «δέσουν». Μιας και δεν μου αρέσει η χοντρή κρούστα από άχνη που γίνετε γύρο από τον κουραμπιέ τα ζαχαρώνω κρύα, ώστε η άχνη απλά να τα καλύψει γύρω γύρο χωρίς να γίνει σαν σοβάς. Κοσκινίζω σε ένα μεγάλο ταψί μία στρώση άχνη και ακουμπάω μία σειρά από κουραμπιές και κοσκινίζω από πάνω τόση άχνη ώστε να τους σκεπάσει. Τα αφήνω 2 ώρες να ζαχαρώσουν δεόντως και μετά τα στολίζω πυργάκια σε μία μεγάλη χριστουγεννιάτικη πιατέλα. Τα σκεπάζω συνήθως με αλουμινόχαρτο.

Μελομακάρονα

3-4 φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 ½ φλιτζάνι σιμιγδάλι
1 ¾ φλιτζάνι ελαιόλαδο
1 φλιτζάνι φρέσκο χυμό πορτοκάλι
½ φλιτζάνι κονιάκ
1/3 φλιτζανιού ζάχαρη
2 γεμάτα κουταλάκια του γλυκού μπεικιν πάουντερ
1 κουταλάκι του γλυκού γαρύφαλλο τριμμένο
1 κουταλάκι του γλυκού κανέλα
ξύσμα από 1 πορτοκάλι και 1 λεμόνι

για το σιρόπι
1 φλιτζάνι ζάχαρη
1 φλιτζάνι μέλι
2 φλιτζάνια νερό
1 μεγάλο κομμάτι φλούδα λεμόνι

1 φλιτζάνι τριμμένα καρύδια
2 κουταλάκια τριμμένο γαρύφαλλο και προαιρετικά σουσάμι

Χτυπάτε στο μίξερ το λάδι και τη ζάχαρη, προσθέστε το χυμό. Σε άλλο μπολ ανακατέψτε 2 φλιτζάνια αλεύρι με το μπεικιν, και προσθέστε το στο μίγμα λάδι-ζάχαρη-χυμό. Χτυπήστε να ομογενοποιηθούν και προσθέστε το κονιάκ, το σιμιγδάλι, το ξύσμα από το πορτοκάλι και το λεμόνι, το γαρύφαλλο και την κανέλα. Το μίγμα σας έχει ήδη γίνει μία μαλακιά ζύμη που μπορείτε πλέον να απλώσετε σε αλευρωμένη επιφάνια και να την ζυμώσετε όπως κάνετε με το ψωμί, προσθέτοντας λίγο λίγο αλεύρι μέχρι να γίνει ένα μαλακό και ελαστικό ζυμάρι. Προσοχή δεν πρέπει να είναι πολύ σκληρό το ζυμάρι σας, αλλά να είναι αρκετά λείο και ελαστικό.

Αφήστε το για 30 λεπτά να ξεκουραστεί και μετά πλάθετε μικρά μικρά οβάλ μπισκοτάκια, που μπορείτε να τα πιέσετε λίγο στο πάνω μέρος να γίνουν και λίγο πλακέ. Αν έχετε όρεξη μπορείτε με ένα πιρουνάκι να τους κάνετε σχεδιάκια από πάνω – να τα κεντίσετε δηλαδή - αλλά δεν θέλω να σας πιέσω πολύ για αυτή τη λεπτομέρεια. Τα ψήνετε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς για 20-25 λεπτά στον αέρα.

Στο εντωμεταξύ φτιάχνετε το σιρόπι βάζοντας όλα τα υλικά μαζί και σιγοβράζοντάς το για 10 λεπτά. Αφήστε το να κρυώσει καλά.

Μόλις γίνουν τα μελομακάρονα, πρέπει να τα μελώσετε και αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι αυτό που κάνω εγώ είναι μάλλον ο πιο σίγουρος. Βάζω ζεστά τα μελομακάρωνα σε ένα μεγάλο ταψί σε μία στρώση δίπλα δίπλα ζεστά όπως είναι και τα περιχύνω με το κρύο σιρόπι. Τα αφήνω 5 λεπτά στο ταψί, γυρίζοντάς τα και μία τούμπα να απορροφήσουν όλο το σιρόπι και όταν μαλακώσουν αρκετά, αλλά δεν γίνουν και λαπάς, τα βγάζω και τα βάζω σε πιατελίστα, πάλι σε στρώσεις. Πάνω από κάθε στρώση πασπαλίζω με το καρύδι, το γαρύφαλλο και σουσάμι. Μπορείτε αν θέλετε να προσθέσετε και λίγο μέλι ακόμα, αλλά με φειδώ.

Έπεισα άραγε κανένα να τα φτιάξει σπίτι του???

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Μπαρθελόνα

Δεν έχει νόημα να σας πω ότι περάσαμε υπέροχα, ούτε ότι η πόλη είναι πολύ ωραία και πρέπει να πάτε, αυτά τα φαντάζεστε ήδη. Θέλω όμως να σας περιγράψω ορισμένα στιγμιότυπα, κάποιες εικόνες.....

Εικόνα 1: Ελ. Βενιζέλος 2:00 το πρωί. Στην ουρά για το τσεκ-ιν. Τσικ τσικ γλουπ γλουπ τσικ τσικ γλουπ γλουπ ... ο πίνακας ανακοινώσεων, βούελινγ για βαρκελώνη νέα ώρα αναχώρησης 4:45 ....(από 3:05)! Γκρρρρρ ..... γαμώ το φελέκι μου .....

Εικόνα 2: Λα Ράμπλα 7:30 τοπική ώρα, πρωί Σαββάτου, πάμε για καφέ να στυλωθούμε λίγο από το ανείπωτο ξενύχτι. Βρέχει, όλα κλειστά! Πάνω κάτω τη Ράμπλα μέσα στη βροχή και το κρύο, να βρούμε κάτι χαριτωμένο που να μας εμπνέει κιόλας, περιττό να σας πω ότι καθίσαμε μάλλον στο χειρότερο καφέ της πόλης, να μας σερβίρει κινέζα μετανάστρια και τα τοστ να τα λένε μπικίνι!.

Εικόνα 3: Μουσείο Ναυτικής Ιστορίας, μπήκαμε μπας και γλιτώσουμε από την βροχή, 12:30 καθισμένοι όλοι σε ένα παγκάκι νομίζαμε ότι ήταν 12 το βράδυ. Ο Σταύρος να προσπαθεί να συνεννοηθεί με το Ξενοδοχείο ώστε να μας δώσουν τα δωμάτια νωρίτερα, να πάμε να κοιμηθούμε.

Εικόνα 3β: Απορία, πώς μπορεί ένας σύγχρονος τουρίστας που περπατάει σε μία πόλη μέσα στη βροχή, να τα βγάλει πέρα ... με ομπρέλα, φωτογραφική μηχανή, χάρτη 1, χάρτη 2, οδηγό, κινητό, σκούφο, γάντια, κουκούλα μπουφάν που την παίρνει ο αέρας, τσάντα, σακούλες με αναμνηστικά, πορτοφόλι στη μέσα τσέπη του μπουφάν να μην το κλέψουνε, διαβατήριο στην άλλη τσέπη, φυλλάδια από το αξιοθέατο που μόλις είδες, φυλλάδια για το αξιοθέατο που θα δεις, εισιτήρια μετρό, και τσιγάρα?? Όχι πείτε μου!!!

Εικόνα 4: Ξενοδοχείο 7:30, ετοιμαζόμαστε για νυχτερινή βόλτα, επίσκεψη στο Ενυδρείο, και μετά φαγητό στην Μπαρθελονέτα, το ψαροχώρι της πόλης με τα θαλασσινά και τις παέλιες. Ωραία δωμάτια, πολύ ωραία και σε καταπληκτική τιμή.

Εικόνα 5: Εστιατόριο 11:00, Αφού φάγαμε υπέροχες παέλιες θαλασσινών, και συνομιλήσαμε με τα γκαρσόνια στην ελληνική, χαιρετούσαμε να φύγουμε ... «Καληνύχτα» λέμε στον Ρουμάνο σερβιτόρο, «Για χαρά» μας απαντάει ...!!!

Εικόνα 6: Στο πάνω – ανοιχτό - πάτωμα του Hop in Hop out, που κάνει τη διαδρομή στα αξιοθέατα του Γκαουντί, το κρύο της αρκούδας!!!! Σκουφιά, γάντια, κασκόλ, μπουφάν, τα πάντα, και το κρύο κρύο!! Από τεμπελιά κάναμε όλο το γύρο με το πούλμαν μία φορά με σκοπό να κατέβουμε στα όποια αξιοθέατα στο δεύτερο γύρο. Κάποια στιγμή ακούω το Σταύρο να λεει ... «πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο!!!»

Εικόνα 7: Μέσα στη Σανγκράτα Φαμίλια, την ημιτελή εκκλησία έκτρωμα που ξεκίνησε ο Γκαουντί, και ακόμα χτίζεται (αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν θα τελειώσει ποτέ). Χαθήκαμε 3 φορές, μέσα στο κακό χαμό του εργοταξίου, με ανερμάτιστη ροή επισκεπτών. Ευτυχώς που έκανε λάθος το πιτσιρικάς στο ταμείο και αντί να πληρώσουμε 42 ευρώ εισιτήριο μας έδωσε 42 ευρώ ρέστα από 50-ρικο.

Εικόνα 8: Εστιατόριο Κρέμα Κανέλα, κράτηση από τον Σταύρο στο όνομα Σμιθ! Που να πεις τα ελληνικά επώνυμα. Υπέροχο μοντέρνο μενού, πάπια με σύκα και μήλα, δροσερές σαλάτες με κουκουνάρι και κατσικίσιο τυρί, καταπληκτικά γλυκά με σοκολάτα, και ένας κατάλογος εμφιαλωμένων κρασιών που το πιο ακριβό έκανε 12 ευρώ!!!! Ενα πραγματικά γκουρμέ εστιατόριο, με καταπληκτική διακόσμηση και σέρβις, στο απόλυτο κέντρο της πόλης που δώσαμε γύρω στα 20 ευρώ το άτομο με ορεκτικά, σαλάτες, κυρίως πιάτο, γλυκά και 3 μπουκάλια κρασί! Μήπως κάτι δεν κάνουμε καλά εδώ στην Ελλάδα;

Εικόνα 9: Μπαρ!! Όλα τα λεφτά!!, μας πήγε η μικρή ξαδέλφη μου η Κατερίνα, που αποφάσισε να ψάξει για δουλειά στη Βαρκελώνη αντί για την Αθήνα. Δεν τη βλέπω να βρίσκει τίποτα, έπεσε πάνω στη κρίση βλέπετε, τέλος πάντων στη τελική θα γυρίσει πίσω αλλά προς το παρόν ας κάνει και αυτή λίγο ντόλτσε βίτα. Στο μπαρ τώρα, ..., η βρώμα σε όλο της το μεγαλείο, μπίχλα !!! που έλεγε και η Μιρέλλα, φοιτητόκοσμος γύρω, και ανεβάζαμε το μέσο όρο και σαν την μύγα μες στο γάλα ήμασταν. Η μουσική χαμηλά, πολλά φώτα και παρέες παρέες καθισμένοι σε σκαμπό γύρο από χαμηλά τραπεζάκια. Η γκαρσόνα ήταν η μόνη όμορφη κοπέλα που είδαμε στη Βαρκελώνη. Όλες οι άλλες απλά δεν βλεπόντουσαν. Μάλλον ήμασταν οι μόνοι που δεν είχαμε σκουλαρίκια σε διάφορα σημεία, δεν είχαμε ράστα μαλλιά, δεν είχαμε τατουάζ, φοράγαμε κανονικά ρούχα και είχαμε πλυθεί τις τελευταίες 36 μέρες. Ωραία πράγματα!!

Εικόνα 10: Δεύτερη μέρα μαρτυρίου – που λεει και ο Σταύρος – πάλι στην οροφή του Hop in Hop out, με κατεύθυνση διαφορετική αυτή τη φορά. Όλοι μέσα στο λεωφορείο, εγώ έξω από το λεωφορείο να προσπαθώ να εξηγήσω στο μογγόλο υπεύθυνο ότι κακώς έφυγε το λεωφορείο χωρίς εμένα όση ώρα έβγαζα νέο εισιτήριο μπροστά την πόρτα του (βλέπετε εγώ το έχασα το 2-ήμερο εισιτήριο που είχαμε βγάλει την προηγούμενη μέρα και έπρεπε να ξαναπληρώσω) μιας και όλη μου η παρέα με την οποία όπως είδε και αυτός είχαμε έρθει μαζί και τέλος πάντων έπρεπε και εγώ να είμαι μαζί τους!!! Ματαίως βέβαια έσκουζα και χοροπήδαγα, ευτυχώς η Μιρέλλα κατέβηκε στην οδηγό, και μάλλον την απείλησε, με αποτέλεσμα να σταματήσει λίγο παρακάτω και να με πάρει και εμένα.

Εικόνα 11: Κρύο – Κρύο – Κρύο, πάνω στο λεωφορείο, να προσπαθείς να ζεσταθείς να προσπαθείς να κρατήσεις τα τεράστια ακουστικά που μας δώσανε και δεν χωράγανε στα μικρά μας αυτιά, να βγάζεις φωτογραφίες χωρίς να είναι κουνημένες, να κρατάς την κουκούλα που μπουφάν που την έπαιρνε ο αέρας, να κρατιέσαι να μην πέσεις στις απότομες στροφές που έπαιρνε η ταλιμπάν οδηγός, να ισορροπείς τον χάρτη μεταξύ δάχτυλου 1 και 4 ώστε να βλέπεις και που στο διάολο είσαι, να διαβάζεις στον οδηγό ιστορίες για τα διάφορα κτίρια και να απαντάς στον Σταύρο που ουδεμία σχέση έχει με τέτοια και βαριέται να κρατάει ακόμα και χάρτη – πολύ δε μάλλον οδηγό – μιας και αυτό το ρόλο τον έχεις πάντα εσύ!!!

Εικόνα 12: ΜΑΚΜΠΑ, το υποτιθέμενο μουσείο μοντέρνας τέχνης της Βαρκελώνης, ένα υπέροχο μοντέρνο κτίριο μέσα στην πιο αντεργράουντ περιοχή του κέντρου, που όμως μόνο μουσείο μοντέρνας τέχνης δεν είναι. Η μόνιμη συλλογή ήταν δεν ήταν 20 έργα, απ΄ αυτά τα αστεία που δεν καταλαβαίνεις τίποτα αλλά γελάς πολύ, και άλλοι δύο όροφοι με μία περιοδική έκθεση φωτογραφίας, πολύ ωραία μεν αλλά όχι και μοντέρνα τέχνη μία έκθεση φωτογραφίας για την Βαρκελώνη. Αυτό το μουσείο ήταν το χαρακτηριστικό παράδειγμα της τουριστικής ανάπτυξης της πόλης. Τι θέλω να πω; ωραία πόλη η Βαρκελώνη, ζωντανή και ανθρώπινη, αλλά χωρίς ουσιαστικά αξιοθέατα που να δικαιολογούν τόσο την φήμη της όσο και τον αριθμό των τουριστών που προσελκύει. Την κάνανε τουριστική, έφτιαξαν μουσεία από το τίποτα, ανέδειξαν τα μάλλον πρόσφατα αρχιτεκτονικά έργα του Γκαουντί και τα διαφήμισαν, έπεισαν όλους εμάς να πάμε να δούμε τα έργα που έφτιαξαν για την ολυμπιάδα, τους δρόμους, το παραλιακό μέτωπο, τους πεζόδρομους της παλιάς πόλης. Η ίδια η πόλη δεν έχει ούτε την ιστορία της Ρώμης, ούτε την ομορφιά του Παρισιού, και όμως τις συναγωνίζεται ως τουριστικός προορισμός, προσελκύοντας εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο που πάνε να δουν το Καμπ Νου, το γήπεδο της Μπαρσελόνα, και ένα δύο κτίρια που έκανε ένας μουρλός αρχιτέκτονας στις αρχές αυτού του αιώνα. Αξίζει βέβαια να πάς, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας για τα μνημεία της.

Εικόνα 13: Μία φίλη μας έστειλε, σε ένα πολύ ωραίο wine bar, για βραδινό. Φάγαμε τον χάρτη να το βρούμε, και αφού τέλος πάντων το εντοπίσαμε το κόψαμε με το πόδι. Φτάνουμε στην περιοχή, πολύ κοντά σύμφωνα με τον χάρτη που είχαμε, αλλά τον δρόμο δεν τον βρίσκαμε. Μπαίνει η Φιφή σε ένα μπαρ να ρωτήσει που είναι ο τάδε δρόμος. 200 Ισπανοί ή δεν ξέρανε τη τύφλα τους ή δεν καταλάβανε τι τους ρώταγε. Βγαίνει Αμερικάνα, ανοίγει το ι-ποντ, συνδέετε στο ιντερνετ, και βρίσκει το δρόμο αμέσως, ο πρώτος παράλληλος!!! Που να μην χέσω βλαμμένοι θουθουθιάριδες (από το θου θου των ιθπανών).

Εικόνα 14: Το παραδοσιακό πιάτο της πόλης είναι το πανκοτοματα (pan con tomata) ψωμί με ντομάτα δηλαδή, μην περιμένετε κάτι φοβερό. Τέλος πάντων είναι νοστιμότατο με φρυγανισμένο το ψωμάκι και τριμμένη την ντοματούλα από πάνω, αν και φέρνει λίγο σε κατοχή όταν πεινάς είναι τέλειο. Στο συγκεκριμένο μαγαζί βέβαια είχαν ένα μοναδικό τρόπο να στο σερβίρουνε, ένα πιάτο με φρυγανισμένα τα ψωμάκια και ένα πιάτο με ολόκληρες της ντομάτες! Μαζί με κάτι άλλα σαλάμια και τυριά που πήραμε σαν να κάναμε πικνίκ ήταν. Αν μας έφερναν και από ένα κρεμμύδι θα ήμασταν σαν τον Παπαμιχαήλ στο Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Πάλι κάτω από 20 ευρώ δώσαμε!! Πάλι μας μίλαγαν ελληνικά τα Πακιστανά, αυτή τη φορά, γκαρσόνια.

Εικόνα 15: Η τελευταία μέρα ήταν ελεύθερη προγράμματος, πήγαμε στο μουσείο Μιρό, το μόνο πραγματικά σημαντικό μουσείο της πόλης και μετά ψώνια και ψώνια εμείς, βόλτα στο πάρκο άλλοι, επίσκεψη στο ναό Καμπ Νου ο Γιάννης. 16 ευρώ έδωσε να πατήσει το γκαζόν, να δει τα αποδυτήρια, να μυρίσει τις κάλτσες και τις φανέλες των παικτών της Μπαρτσα, και δεν ξέρω και εγώ τι άλλες μαλακίες. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα

Να πάτε στη Βαρκελώνη με την πρώτη ευκαιρία, ένα σαββατοκύριακο αρκεί. Ρωτήστε με να σας πω πως να πάτε να σας βγει φτηνά, και τι αξίζει πραγματικά να κάνετε.

Σήμερα δεν έχει συνταγή, αλλά σύντομα θα σας γράψω πως να φτιάξετε ωραία παέλια ...

Υ.Γ. τις φωτογραφίες δεν τις έχω κατεβάσει ακόμα, από βδομάδα θα ανεβάσω μερικές

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Έκτακτο Γεγονός

Αν και με τις βαλίτσες στο χέρι, αποφάσισα να σας γράψω για το τι μου έτυχε, για να δείτε τι σημαίνει να είσαι γκαντέμης!!!

Όταν ετοιμάζετε ένας άνθρωπος για ένα σαββατοκύριακο σε ευρωπαϊκή πόλη, τι σημαίνει αυτό; Περπάτημα και περπάτημα, και ... περπάτημα. Τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να περπατήσει; Πόδια!

Τα δικά μου πόδια ήταν μία χαρά μέχρι χτες βράδυ. Σήμερα δεν είναι πόδια για περπάτημα, και μάλλον δεν θα είναι όλο το 4-ήμερο στη Βαρκελώνη. Τι έγινε;

Χτες βράδυ πήγα στη πιτσίνα, να γυμναστώ. Μας έβαλε λοιπόν να τρέχουμε πάνω κάτω την πισίνα κάνοντας διάφορες ασκήσεις για μία ώρα περίπου. Τελειώνουμε, πάω σπίτι και τι να δω;;; μία τεράστια φουσκάλα στην πατούσα μου, που προήλθε βεβαίως από τον υπερβάλλον ζήλο που έδειξα τρέχοντας πάνω κάτω!!!

Ούτε να το πατήσω δεν μπορώ το πόδι μου, τι θα κάνω δεν ξέρω....

Άμα είσαι γκαντέμης .....

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Ταξιδάκι

Φεύγουμε για ταξιδάκι αύριο. Πάμε στη Βαρκελώνη, όπως σας έχω ξαναπεί. Είμαστε λοιπόν μέσα στις ετοιμασίες. Τι καιρό κάνει; τι ώρα να συναντηθούμε; τι βαλίτσες να πάρουμε; να εκτυπώσουμε διευθύνσεις εστιατορίων; να βρούμε τα must see; και άλλα τέτοια. Ωραία πράγματα!!!

Ταυτόχρονα ετοιμάζουμε και πάρτι γενεθλίων οπότε ο κακός χαμός γίνετε, μιας και αν και έχουμε 25 μέρες καιρό μπροστά μας, τα καλέσματα πρέπει να γίνουν από τώρα και κάποια από τα σνακ (τα πιτοειδή δηλαδή) πρέπει να μαγειρευτούν από τώρα, να καταψυχθούν, ώστε να τρέχουμε μεν τελευταία στιγμή αλλά να φτάνουμε.

Δεν έχω λοιπόν πολύ χρόνο αυτές τις μέρες, έχω και αυτή τη ρημαδοπισίνα που πάω και μου τρωει πολλές απογευματινές ώρες, αλλά προς το παρόν δεν έχω πνηγεί. Οπότε σήμερα και μέχρι να γυρίσω από τη Βαρκελώνη με πολλές εντυπώσεις και αστεία περιστατικά – με την παρέα μου αυτά είναι τα μόνα σίγουρα – θα σας γράψω μόνο μία συνταγούλα, πολύ χριστουγεννιάτικη.

Επειδή όμως δεν μπορώ να μην γκρινιάξω, και μόλις διάβασα τις ειδήσεις από ένα ειδησεογραφικό πόρταλ, θέλω να σας τα πω έστω και στα γρήγορα. Διαβάζω «Ομόφωνα καταδικάζει τις επιθέσεις στη Βομβάη η Διεθνής Κοινότητα»! Προφανώς έχει γίνει ένας κακός χαμός εκεί, άνθρωποι σκοτώθηκαν, όμηροι τις πόπης που λένε. Αυτό το Ομόφωνα όμως τι σκατά σημαίνει!!! Είναι δυνατόν να μην είναι ομόφωνα; από την διεθνή κοινότητα; μα είναι δυνατόν;;;; αν κάποιος θα διαφωνούσε με την καταδίκη τέτοιας επίθεσης τότε δεν θα ανήκει στη Διεθνή Κοινότητα! Πρόσεχε λίγο ρε φίλε τι γράφεις, έλεος πια με αυτές τις κλισέ εκφράσεις.

Λοιπόν, στη δουλειά μας τώρα! Το κρέας ταιριάζει πάρα πολύ με φρούτα και ξηρούς καρπούς. Όταν δε τα φρούτα είναι όξινα, πορτοκάλια, ανανάδες, ακτινίδια, τότε το κρέας μας γίνετε πολύ μαλακό, και τρυφερό. Σήμερα όμως το μενού έχει ....

Μοσχαράκι με δαμάσκηνα και μαύρη μπύρα

1 κιλό μοσχάρι (κιλότο καλό είναι) κομμένο σε μέτρια κομμάτια
250 γραμμάρια δαμάσκηνα ξερά χωρίς κουκούτσι
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
2 καρότα κομμένα σε μικρές ροδέλες
2 κλωναράκια σέλινο καθαρισμένο από τις ίνες του και κομμένο σε μικρά κομματάκια
2 φλιτζάνια μαύρη μπύρα
3 κουταλιές της σούπας μαύρη ζάχαρη
2 δαφνόφυλλα
5-6 κόκκοι μπαχάρι
λίγο αλεύρι για το αλεύρωμα του κρέατος
αλάτι και πιπέρι και βούτυρο ή ελαιόλαδο για το σοτάρισμα.

Αλευρώνετε ελαφρά το κρέας. Σοτάρετε τα λαχανικά και μόλις γίνουν προσθέτετε το κρέας και ανακατεύετε να σοταριστεί καλά σε δυνατή φωτιά απ’ όλες τις μεριές. Ρίχνετε τα δαμάσκηνα και σβήνετε με την μπύρα. Προσθέτετε τη δάφνη, το μπαχάρι και τη μαύρη ζάχαρη. Αλατοπιπερώνετε και μαγειρεύετε σε χαμηλή φωτιά για 1 ώρα τουλάχιστον. Δοκιμάστε την σάλτσα και αν χρειαστεί προσθέστε είτε ζάχαρη ή αλάτι. Μάλλον θα χρειαστεί να προσθέσετε και λίγο νεράκι αλλά με προσοχή, μην κάνετε το φαγάκι νερομπλούκι. Μόλις μαλακώσει αρκούντως για τα γούστα σας είναι έτοιμο, αλλά μην το βράσετε και πάρα πολύ γιατί θα λιώσουν τα δαμάσκηνα. Αν σας αρέσει το μοσχάρι πολύ μαλακό, και σκοπεύετε να το βράσετε τόσο ώστε να ξεχνάει και το όνομά του μετά, καλό είναι να κρατήσετε τα δαμάσκηνα και να τα βάλετε στην κατσαρόλα 45 λεπτά πριν το τέλος του μαγειρέματος.

Είναι τέλειο με έναν σπιτικό πουρέ, που μπορείτε να φτιάξετε με βραστές πατάτες. Αφού τις βράσετε πολύ καλά τις σουρώνετε κρατώντας όμως λίγο από το ζουμί τους, μισό ποτήρι για παράδειγμα. Τις χοντρολιώνετε με το πιρούνι σας (κάποιοι από εσάς ξέρω πολύ καλά έχετε πάρει από το ΙΚΕΑ τον πατατολιώστη λες και κάθε μέρα φτιάχνετε πατάτες πουρέ!! Ευκαιρία λοιπόν να χρησιμοποιήσετε αυτό το άχρηστο εργαλείο) και προσθέτετε 2 γεμάτες κουταλιές βούτυρο, μοσχοκάρυδο αλάτι-πιπέρι και λίγο λίγο το ζουμί της πατάτας που του έχετε βάλει ανάλογη ποσότητα γάλα. Ετσι το κάνετε όσο απαλό και μαλακό θέλετε.

Με έναν τέτοιο μαλακό και βουτυράτο πουρέ το πιάτο σας θα είναι απλά υπέροχο.

Τα λέμε την Τετάρτη!

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Δεν ...

Παιδιά σήμερα δεν προλαβαίνω, έχω και απογευματινό ραντεβού, λέω και να πάω να λιβανιστώ μετά, αστε τα...

Αν πιάσει όμως το λιβάνισμα θα σας το πω. Έχω ελπίδες ότι εντός μισάωρου μετά την ιεροτελεστία - αλήθεια πρέπει να με λιβανίσει ο Εφραίμ ή με οποιονδήποτε ρασοφόρο πιάνει; - θα με παίρνουν τηλέφωνα οι γαμπροί με έτοιμες τις προτάσεις γάμου, και εγώ .... θα αρνούμαι!!! χε, χε, χε

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Η Αλιβάνιστη

Χτες το βράδυ έμαθα την ουσιαστική αιτία ενός προβλήματος που ταλανίζει πολλούς ανθρώπους της γενιάς μου, καθώς επίσης - για να μην πω κυρίως – τους γονείς μας.

Αυτός ο συμπαθέστατος κύριος που εκπροσωπεί τον Κύριο (μας, σας, μάσα τα! δεν έχει σημασία) επί της γης, ο κύριος Εφραίμ εννοώ, μας είπε χτες ότι δεν παντρευόμαστε γιατί είμαστε αλιβάνιστοι!!! Επίσης είμαστε αλειτούργητοι και εγωιστές γι΄ αυτό δεν παντρευόμαστε! Τέλος μας είπε ότι όσοι δεν είναι παντρεμένοι, όπως εκείνος ο έρμος ο αστυφύλακας της Βουλής που βρέθηκε στο δρόμο του, είναι πονηροί και με πειρασμούς!

Λήξης! Εδόθη μια επιστημονικότατη και πνευματικότατη λύση σε αυτό το μέγιστο πρόβλημα και καλώ τους πάντες να συμμορφωθούν και άρα να δει χαΐρι το σπιτικό τους. Τι γκομενιάζετε, τι τρέχετε σε ψυχολόγους, τι κάνετε ότι μπορείτε για να κοινωνικοποιηθείτε, μπας και .., τι φροντίζετε την εμφάνισή σας, τίποτα τίποτα πρέπει να πάτε όλοι πάραυτα να λιβανισθείτε.

Επίσης πρέπει να λειτουργούμαστε (εμένα πάντως αυτό το ρήμα με παραπέμπει σε τουαλέτα), να μην έχουμαι πειρασμούς, αυτό δεν το πολυκαταλαβαίνω αλλά το παραβλέπω, και να μην είμαστε πονηροί. Πράγμα που συμφωνώ απολύτως με τον μακαριότατο πρέπει να είμαστε γίδια γιατί μόνο έτσι θα χάβουμε αυτά που μας λένε. Επειδή το να λιβανιστώ μου φάνηκε ο ευκολότερος από τους προτεινόμενους τρόπους παντρειάς, αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Για εσάς δεν ξέρω.

Μέσα στην χαρά λοιπόν, άρχισα και εγώ να ψάχνω να βρω ένα δόκιμο και πετυχημένο τρόπο να Λιβανιστώ, τώρα που είναι νωρίς και δεν το έχουν μάθει όλοι το κόλπο και τρέχουμε μετά σε ουρές όπως με το κτηματολόγιο.

Μπήκα στον Γούγλη να βρω έναν επιστημονικό τρόπο Λιβανίσματος που όμως να έχει και μία σχετική επιτυχία στο θέμα του γάμου. Δεν βγήκα τίποτα, ακόμα και η Βικιπέδια δεν έχει τον ορισμό της λέξεως. Με έπιασε κατάθλιψη, πάει θα το χάσω και αυτό το τρένο, κάτι σαν τα τρένα του εκσυγχρονισμού που πάντα χάνει αυτή η ρημαδοχώρα. Είναι που δεν λιβανίζετε αρκούντως, σκέφτηκα.

Μετά όμως θυμήθηκα ότι δεν θέλω να παντρευτώ, όπως σας έχω αναλύσει σε παλαιότερη ανάρτηση. Χώρια που το λιβάνι με μαστουρώνει και μάλλον γάμος δεν θα πρόκυψη από το δικό μου λιβάνισμα. Έτσι αποφάσισα να το γράψω το κόλπο σε σας τους αγαπημένους μου φίλους, ώστε να το εκμεταλλευτείτε εσείς. Είχα σκοπό να ρωτήσω και τους παντρεμένους φίλους μου, τη Γωγώ, το Σταύρο αν αυτό το κόλπο ακολούθησαν και αυτοί, αλλά το άφησα. Για να το λεει κοτζάμ πνευματικός Πρωθυπουργού αναπτυγμένης χώρας κάτι θα ξέρει ο άνθρωπος.!!

Δεν πάμε καλά, καθόλου καλά! Χώρια της πλάκας, κακώς θέλουν κάποιοι να τον βάλουν φυλακή, ο άνθρωπος δεν είναι απατεώνας, τρελός είναι, που πήγε στη βουλή και είπε τέτοια πράγματα. Οι άλλοι δε που τους εκλέξαμε και τους στείλαμε στη βουλή και καθόντουσαν και τον ακούγανε να κάνει κήρυγμα τέτοιου ουσιαστικού περιεχομένου, και δεν τον έφτυσαν στα μούτρα, μάλλον του ιδίου επιπέδου είναι.

Ας πάμε στα ποιο ευχάριστα γιατί στη τελική κατάθλιψη θα μας πιάσει με αυτούς τους τύπους. Η Πέννυ μου ζήτησε κάτι εορταστικό για ένα τραπέζι που έχει να κάνει και είπαμε να τις γράψω μερικές συνταγές έτσι λίγο ποιο χριστουγεννιάτικες, ποιο μυστήριες ρε παιδάκι μου. Όχι απλή γαλοπούλα, αν και θα έρθει και αυτής η ώρα.

Εμένα τις γιορτές μου αρέσει πολύ η πάπια, αν και είναι αρκετά λιπαρό πουλί. Πάντως μου αρέσει πολύ και πάντα φτιάχνω παπιά στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια μου. Υπάρχουν πάρα πολλές συνταγές για πάπιες αλλά ή πλέον κλασική είναι πάπια πορτοκάλι που και αυτήν βέβαια μπορείτε να τη βρείτε σε πολλές παραλλαγές. Έχω καταλήξει όμως ότι σε αντίθεση με το μοσχάρι, η πάπια θέλει πολύ ψήσιμο, ψιλό-ωμή δεν μου αρέσει, οπότε οι όποιες συνταγές με «ελαφρύ τηγάνισμα» και άλλους τέτοιους τρόπους εμένα δεν μου κάνουν. Έτσι με τα πολλά κατέληξα στην πιο κάτω συνταγή που είναι πολύ καλή αν και μπελαλίδικη.

Πάπια πορτοκάλι

1 πάπια, 1 ½ με 2 κιλά
5 κουταλιές της σούπας φρέσκο βούτυρο
χυμός και φλούδα 6 πορτοκαλιών
2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
1 φλιτζάνι του καφέ κονιάκ ή λευκό κρασί
2 ζουμερά λεμόνια
αλάτι και πιπέρι
1½ φλιτζάνι τσαγιού ζωμός κρέατος
3 κουταλιές σούπας βούτυρο
3 κουταλιές σούπας αλεύρι
φέτες πορτοκαλιών

Παίρνετε την παπιούλα την καθαρίζετε καλά, την πλένετε, τη στεγνώνετε με χαρτάκι και την αλατοπιπερώνετε δέοντος, εσωτερικά και εξωτερικά. Αν θέλετε τρίβετε λίγο την πέτσα της με φλούδα λεμονιού και πορτοκαλιού. Την βάζετε σε ένα μικρό ταψάκι και την περιχύνετε με το λιωμένο βούτυρο και το χυμό των λεμονιών. Την σιγοψήνεται στους 160 βαθμούς αέρα για τουλάχιστον 1 ½ ώρα, μπορεί και δύο δείτε την τέλος πάντων, να είναι σχεδόν έτοιμη αλλά να μην ξεραθεί κιόλας. Κάθε τόσο να την ραντίζετε με την σάλτσα της και που και που να προσθέτετε νεράκι στο ταψί ώστε να μην καεί και να έχει αρκετά υγρά. Αν τη βλέπετε να ξεροψήνετε σκεπάστε την με ένα αλουμινόχαρτο γιατί δεν την θέλουμε πολύ ξερή.

Όσο ψήνετε το παπί, βράζετε για λίγα λεπτά τη φλούδα των πορτοκαλιών (μόνο το εξωτερικό κόκκινο μέρος της), χύνετε το νερό και την ξαναβράζετε για λίγο ακόμη, αυτό το κάνετε 4-5 φορές ώστε να ξεπικρίσει αρκετά η φλούδα. Στο τέλος τη βράζετε με λίγο νερό (περίπου μισό ποτήρι) και τις 2 κουταλιές ζάχαρη, ώσπου να καραμελώσει.

Όταν ψηθεί η πάπια μαζεύουμε την σάλτσα του ταψιού μέσα από ένα σουρωτήρι σε μία κατσαρόλα, προσθέτουμε το ζωμό (1 ½ ποτήρι νερό με 1 κύβο κότας) και το κονιάκ και τη βάζουμε να βράσει. Σε μικρό τηγανάκι καβουρδίζουμε το αλεύρι με το βούτυρο και το ρίχνουμε στη σάλτσα, μόλις αρχίσει να βράζει. Ανακατεύουμε να διαλυθεί το αλεύρι, προσθέτουμε την καραμελιασμένη φλούδα και το χυμό των 6 πορτοκαλιών. Η σάλτσα αρχίζει να δένει λίγο τότε βάζουμε μέσα και την πάπια και αφήνουμε 30 λεπτά να διαποτιστεί με αρώματα , σιγοβράζοντας μέχρι να πυκνωθεί, να δέσει η σάλτσα. Στο τέλος αφαιρούμε την πάπια και την τεμαχίζουμε σε κομμάτια ενώ προσθέτουμε στη σάλτσα τις φέτες του πορτοκαλιού να μαριναριστούν και αυτές λιγάκι.

Τη σερβίρουμε σε πιατέλα, περιχύνοντας τη με τη σάλτσα της και γαρνίροντας με τις φέτες και τη φλούδα του πορτοκαλιού. Ταιριάζει με ρύζι μπασμάτι, ή πατατούλες με πορτοκάλι και σαφράν που σας έγραψα χτες.

Ακούγεται δύσκολο πιάτο, αλλά δεν είναι. Άσε δε που είναι η καλύτερη πάπια πορτοκάλι που έχετε φαει.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Η Πειραιώς

Τη Παρασκευή, πήγαμε θέατρο, να δούμε την παράσταση του Εθνικού 8 Γυναίκες. Ήταν πολύ ωραία παράσταση, γελαδερή, με πολύ καλές ερμηνείες από όλους και τους 8 άνδρες που έπαιζαν τις 8 γυναίκες.

Το σενάριο δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, σαν να βλέπεις μία από τις παμπάλαιες ιστορίες της Αγκάθα Κρίστι, αλλά είχε μία πολύ έξυπνη σκηνοθετική άποψη, βάζοντας 8 άνδρες, με γυναικεία φουστάνια εποχής, αλλά χωρίς περούκες και φτιασιδώματα, να παίξουν τους 8 γυναικείους ρόλους. Και έπαιζαν όλοι υπέροχα, απ΄ αυτή την άποψη λοιπόν ήταν μία ωραιότατη παράσταση που αξίζει να δείτε.

Αυτό όμως που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν ο χώρος. Είχα ακούσει για το «Πειραιώς 260», αλλά δεν είχα πάει. Η εποχή που, μικρή μαθήτρια εγώ, μας πηγαίνανε με το σχολείο «εκπαιδευτική εκδρομή» στο παμπάλαιο ερειπωμένο Εθνικό μας Θέατρο στην Ομόνοια, να δούμε τις Τέσσερις Αδελφές ή τον Γλάρο του Τσέχωφ, έχει περάσει ανεπίστρεπτη. Όπως και η περίοδος όπου το εθνικό έπαιζε σε διάφορα θεατράκια πρώην υπόγεια, πρώην σινεμά, στο κέντρο της Αθήνας, και έχανε η μάνα το παιδί, και αυτή η εποχή ελπίζω να πέρασε.

Στην Πειραιώς είναι μαζεμένη η Ελληνική βιομηχανική αρχιτεκτονική, ότι μπαουχαους κτίριο υπάρχει στην Αθήνα εκεί είναι. Πανέμορφος δρόμος που διασχίζει θρυλικές γειτονιές του κέντρου, τον Κεραμικό, το Γκάζι, και όσο πλησιάζει στον Πειραιά, την Ελαιουργική, βλέπεις ότι η χώρα μας είχε κάποτε εργοστάσια, μεγάλα και εντυπωσιακά, πετρόχτιστα και επιβλητικά. Πέρασε η φάση της ερημοποίησης και είμαστε μάλλον στην αναγέννηση αυτού του δρόμου-σύμβολο. Πολλά από αυτά τα ερείπια επισκευάζονται, αλλάζουν χρήση, γίνονται μουσεία, και πολιτιστικοί χώροι. Είναι πανέμορφα, ειδικά το βράδυ, φωτισμένα και καθαρά.

Όπως λοιπόν κατεβαίνεις την Πειραιώς, μόλις περάσεις το μεταμοντέρνο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, βλέπεις – αν είσαι προσεκτικός – ένα μικρό ασπροκόκκινο μπάνερ που λεει Εθνικό Θέατρο. Ούτε είσοδος ούτε τίποτα, επί της Πειραιώς, μόνο το μπανερ και βέλη που οδηγούσαν στο αμέσως επόμενο στενό. Μπαίνοντας με το αυτοκίνητο, παρκαδόροι ντυμένοι με τα κίτρινα αντανακλαστικά γιλέκα, σε οδηγούν μέσα σε ένα τεράστιο σύμπλεγμα κτιρίων που ή εργοστάσιο ήταν, ή αποθήκες. Με τις οδηγίες των κίτρινων αυτών ανθρώπων, μπαίνεις και παρκάρεις σε διάφορα σημεία της αχανής αυτής έκτασης, είτε μέσα στα κτίρια είτε στον χώρο μεταξύ τους. Πολλά, καλαίσθητα πανό, μας ονομάτιζαν τα κτίρια «Κτήριο Δ», «Κτήριο Γ», «Μπαρ», και τι παιζόταν στο κάθε ένα! Αυτό που λειτουργούσε ως μπαρ, φτιαγμένο σαν σκηνικό θεάτρου, βαμμένο μαύρο, με μία μικρή έκθεση βιβλίων και σι ντί, με ωραιότατα σαντουιτσάκια, ζεστό τσάι, ακόμα και νάτσος με τυράκι είχε. Αφού πήγες πολιτισμένα, πάρκαρες ακόμα πιο πολιτισμένα, μπορούσες να κάτσεις στα τραπεζάκια, να διαβάσεις το πρόγραμμα του εθνικού με την ησυχία σου και να κουτσομπολέψεις άνετα χωρίς την φασαρία και τον κακό χαμό ενός τυπικού φουαγιέ, εμπορικού θεάτρου με μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία.

Το δικό μας κτήριο, ήταν τεράστιο, αναρωτιόμασταν τι να ήταν πριν, σε μία γωνία του είχε φτιαχτεί ένας κλειστός χώρος που λειτουργούσε το θέατρο, ενώ δίπλα ήταν τοποθετημένα κάτι λυόμενα κουτιά σαν αυτά που βλέπεις στα εργοτάξια, που λειτουργούσαν τα καμαρίνια. Ο χώρος πριν την αίθουσα είχε πάγκους για να κάτσεις όσο περίμενες να ανοίξουν οι πόρτες, ενώ το εντυπωσιακό για εμένα ήταν ότι μπαίνοντας είχε ψύκτες με νεράκι, και πλαστικά ποτηράκια.

Απ΄ ότι καταλαβαίνετε, το όλο σκηνικό ήταν μεν πολύ θεατρικό, ήταν και μη μόνιμο, χωρίς όμως να είναι πρόχειρο. Δεν χάλασαν τα παλαιά αυτά κτήρια για να φτιάξουν ένα μόνιμο θέατρο, τα χρησιμοποίησαν όπως είναι και ενέταξαν μέσα σε αυτά λυόμενες κατασκευές πολύ διακριτικές και λειτουργικές. Μέσα το θέατρο είχε την κατάλληλη κλίση ώστε να βλέπεις άνετα, και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ευχάριστη με την απαραίτητη ζέστη χωρίς όμως καμία κλεισούρα ή δυσάρεστη μυρωδιά. Το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν οι καρέκλες σκηνοθέτη που είχαν για καθίσματα, που ήταν πολύ άβολες.

Ήταν όλα σωστά μελετημένα και πολιτισμένα, χωρίς να είναι ηλίθια χλιδάτα και σαχλά. Όπως ταιριάζει σε ένα χώρο τέχνης. Υπάρχουν θέατρα και θέατρα, από τα πολυτελή χλιδάτα μέχρι κάποιες αποθήκες με άποψη που ή ψοφάς από το κρύο ή σκας από τη ζέστη. Το Πειραιώς 260 δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, είναι ακριβός αυτό που πρέπει να είναι. Δυστυχώς μέχρι τώρα δεν είχα πάει και λυπάμαι για αυτό. Μάλλον έχασα πολλές ωραίες παραστάσεις που έγιναν εκεί στα πλαίσια του φεστιβάλ Αθηνών.

Φεύγοντας χαρούμενοι, είπαμε να πάμε στο Γκάζι να πιούμε κανα ποτάκι, αν και Παρασκευή βράδυ και ήμασταν όλοι από τη δουλεία. Το Αεριόφως είναι ένα υπέροχο μικρό μπαράκι στη περιοχή, που σέβεται τον πελάτη του, έτσι όλοι δέχτηκαν με χαρά όταν έπεσε η ιδέα.

Κάναμε το λάθος να στρίψουμε στην Ιερά οδό ώστε να μπούμε με το αυτοκίνητο μέσα στο Γκάζι, ελπίζοντας ηλιθίως ότι θα παρκάρουμε εκεί. Τι κακός χαμός ήταν αυτός Παρασκευή μεσάνυχτα; Όλες οι μεγάλες πίστες η μία δίπλα στην άλλη και ένα απίθανο μποτιλιάρισμα από πολυτελή και μη αυτοκίνητα με διαπασών την μπουζουκομουσική, να σου σπάνε τα νεύρα. Εδώ είναι το τέλος του πολιτισμού! Αφού κάναμε μισή ώρα να γυρίζουμε γύρω γύρω μπας και βρούμε μία θέση για το αμάξι, τα πήρα στο κρανίο και σταμάτησα στο πρώτο υπαίθριο πάρκιν που βρήκα μπροστά μου. Όσο μάζευα τσάντες και κινητά να βγω από το αυτοκίνητο, ρωτάει η παρέα τον Πακιστανό πόσο κάνει το πάρκιν, αν και τους είχα ήδη πει ότι όσο και να είναι εγώ θα τα δώσω. Ντεκαπέντε λεει το μελαψό. ΠΟΣΑΑΑΑΑ !! φωνάζει η αδελφή μου, και βλέπω τον λαθραίο μετανάστη, με ύφος μεγαλοπαράγοντα της νύχτας να μου λεει, «κάνε καμία βόλτα, και πάλι εδώ θα έρθεις» μόνο που δεν μας έδιωξε δηλαδή επειδή μας φάνηκε υπερβολικό να δώσουμε όσο ο μηνιαίος μισθός στη χώρα του για στοίβαγμα του αυτοκινήτου μας για 1-2 ώρες! Το αφήσαμε τελικά, αλλά μου βγήκαν πολλά ρατσιστικά, αν και να σας πω την αλήθεια τα ίδια θα έλεγα και να μην ήταν πακιστανός, απλώς μου την έδωσε, που αυτό το παιδάκι που ψωμολυσσάει, υιοθέτησε τόσο εύκολα και με τέτοια επιτυχία την αγένεια και τον τραμπουκισμό του Ελληνα παρκαδόρου-μπράβου.

Μου την έδωσε επίσης που μία τόσο ωραία βραδιά, συγχύσθηκα γιατί είδα τα δυο πρόσωπα ενός δρόμου! Αυτό του Εθνικού Θεάτρου και αυτό των Ελληνικών μπουζουκιών! Μέσα στον ίδιο δρόμο, σε ένα χιλιόμετρο απόσταση.

Λοιπόν τι φαγάκια να σας γράψω σήμερις;; Μιας και έρχονται γιορτές, θα σας γράψω κάτι εορταστικόν!

Πήγα τις προάλες στο σούπερ μάρκετ και βρήκα μικρές πατατούλες. Ξέρετε εκείνες τις πολύ μικρές που είναι σαν μπουκιές η κάθε μία. Βέβαια δεν ήταν ελληνικές, αλλά τι να κάνουμε, ας βγάζανε και οι Ελληνες τέτοιες να έπαιρνα. Είπα λοιπόν να τις κάνω με μία ωραιότατη συνταγούλα που βρήκα στο Olive. Είναι υπέροχο συνοδευτικό για κοτόπουλο, ή χοιρινό.

Πατατούλες με σαφράν και πορτοκάλι


1 κιλό μικρές πατάτες
λάδι για τηγάνισμα
3-4 κλωστούλες σαφράν ή ½ κουταλάκι σε σκόνη
1 φλιτζάνι φρέσκο χυμό πορτοκαλιού
1 φλιτζάνι λευκό κρασί
αλάτι και πιπέρι

Καθαρίζετε καλά τις πατατούλες, αν είναι πολύ φρέσκιες, όπως ήταν οι δικές μου, τις τρίβετε με το σύρμα από το σφουγγαράκι για τα πιάτα και καθαρίζονται πολύ εύκολα. Τις αλατίζετε και τις τηγανίζετε με μπόλικο λάδι ελαφρώς, ώστε να πάρουν μία κρούστα γύρο γύρο χωρίς όμως να ψηθούν. Σε άλλη μεγάλη κατσαρόλα, βάζετε 3 κουταλιές της σούπας λάδι, και το ζεσταίνεται. Ρίχνετε και τις πατάτες και μόλις ζεσταθούν και αυτές, ρίχνετε το κρασί μέσα στο οποίο όμως έχετε διαλύσει το σαφράν. Ανακατεύετε καλά ώστε να χρωματιστούν όλες οι πατάτες από το σαφράν. Σκεπάζετε την κατσαρόλα και μαγειρεύετε σε δυνατή φωτιά μέχρι να εξατμισθεί όλο το κρασί. Ρίχνετε το χυμό πορτοκαλιού και βράζετε πάλι μέχρι να εξατμιστεί όλος ο χυμός. Στο τέλος ρίχνετε το πιπέρι και σερβίρετε μαζί με το κρέας που έχετε επιλέξει.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Η Φυλή των Φίλων

Φίλοι παιδικοί; φίλοι γυμνασιακοί; φίλοι πανεπιστημιακοί; φίλοι εταιρικοί; φίλοι του καναπέ; φίλοι του σαββατοκύριακου; φίλοι της ταβέρνας; φίλοι του θεάτρου; φίλοι του μπαρ; φίλοι του τσίπουρου; φίλοι των συναυλιών; φίλοι του DVD; φίλοι του σινεμά; φίλοι του καφέ; φίλοι του εξοχικού; φίλοι των καλοκαιρινών διακοπών; φίλοι της δουλειάς; φίλοι αδελφοί; φίλοι γκομενικοί; φίλοι φίλων; φίλοι που ακούνε; φίλοι που δεν ακούνε; φίλοι που ρωτάνε; φίλοι που δεν ρωτάνε; φίλοι από υποχρέωση; φίλοι από συνήθεια; φίλοι στα δύσκολα; φίλοι στα εύκολα; φίλοι στη λύπη; φίλοι στη χαρά; φίλοι στην αρρώστια; φίλοι με συμβουλές; φίλοι αδιάφοροι; φίλοι χαζοί; φίλοι έξυπνοι; φίλοι μορφωμένοι; φίλοι αγράμματοι; φίλοι χαβαλέδες; φίλοι εγκεφαλικοί; φίλοι που καταλαβαίνεις; φίλοι που αδιαφορείς; φίλοι που λες πολλά; φίλοι που δεν λες τίποτα; φίλοι που πέρασαν και σημάδεψαν; φίλοι που πέρασαν και δεν ακούμπησαν; φίλοι που σε εκμεταλλεύτηκαν; φίλοι που εκμεταλλεύτηκες; φίλοι που σε τσάντισαν; φίλοι που έδιωξες; φίλοι που ξέχασες; φίλοι που σε ξέχασαν; φίλοι που προστάτευσες; φίλοι που τους είπες ψέματα; φίλοι που σου είπαν ψέματα; φίλοι που θα χάσεις; φίλοι που δεν θες να χάσεις; φίλοι που πέθαναν; φίλοι που χάθηκαν; φίλοι που έφυγαν; φίλοι που άλλαξαν; φίλοι που παντρεύτηκαν; φίλοι σύζυγοι φίλων; φίλοι καθημερινοί; φίλοι του σαββατοκύριακου; φίλοι που τους έχεις ψηλά; φίλοι που έπονται ....

Απλοί γνωστοί, όλοι.

Καλό σαββατοκύριακο

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Οι τύποι με τα μαύρα

Πραγματικά έχω χάσει το μπούσουλα με όλα όσα ακούω για το παπαδαριό. Βέβαια δεν δικαιούμαι να ομιλώ καθώς είμαι δηλωμένη άθεη, και άρα τα πεπραγμένα της εκκλησίας δεν πρέπει να με αφορούν. Έλα όμως που αυτοί οι τύποι με τα μαύρα, μόνο το σπίτι μου δεν διεκδικούν ακόμα;

Με το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου, βγήκαν στην επιφάνεια ένας σωρός από παρόμοιες ιστορίες που σε κάνουν να τραβάς τα μαλλιά σου. Άκουγα προχτές τον Δήμαρχο Περιστερίου, να ωρύεται γιατί μία μονή από τη Λαμία (καμία σχέση με το Περιστέρι) διεκδικεί το 70% της έκτασης του Δήμου, και είναι λεει χρόνια τώρα στα δικαστήρια, και πάνε από αναβολή σε αναβολή. Ο τύπος έλεγε φρικουλέα πράγματα, όπως ότι το Μοναστήρι, χρησιμοποιεί ψευδομάρτυρες, που πλέον τους ξέρουν ποιοι είναι και τους έχουν δει. Στην δίκη που έγινε την τελευταία εβδομάδα, αυτοί οι ψευδομάρτυρες δεν παρουσιάστηκαν γιατί ερχόμενοι από τη Λαμία είχαν τροχαίο ατύχημα, και άρα η δίκη πήρε αναβολή. Έλα όμως που οι ίδιοι τύποι που πάθανε το ατύχημα ήταν σε καφετέρια πλησίον του δικαστηρίου και πίνανε καφέ και τους είδε όλος ο κόσμος. Μα είναι πράγματα αυτά;

Στην υπόθεση του Βατοπαιδίου, που έχω σταματήσει να παρακολουθώ με ζέση πλέον μιας και είναι σαφέστατο τι έχει γίνει, άκουσα πρόσφατα ότι εμπλέκονται άνθρωποι της νύχτας. Κάτι χορεύτριες ανατολίτικων χορών με εξωτικά ονόματα όπως «Αζέλ», κάτι ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων στα οποία τραγουδούσε το μπουμπούκι ο Ψωμιάδης, πριν γίνει Ζορό και πολύ πριν τα γίδια τον κάνουνε Νομάρχη – Καίσαρα (έχετε προσέξει ότι μιλάει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο όπως ακριβώς έκαναν και άλλοι παρανοϊκοί της ιστορίας ο Ναπολέοντας, ο Νέρωνας, κ.α.), και άλλα τέτοια. Ο μοναχός Αρσένιος απειλούσε κάποια άλλα μπουμπούκια ότι θα τα τσιμεντώσει και αυτοί με την σειρά τους εκβίαζαν κάποιους άλλους.

Μα τι πράγματα είναι αυτά; Εκκλησία είναι αυτή ή ο αντιπρόσωπος της Ναπολιτάνικης Μαφίας στην Ελλάδα;

Οι διαφορές οι δικές μου, είναι κυρίως πνευματικές, αδυνατώ να πιστέψω τόσο απλά, και επίσης έχω πάρα πολλές αντιρρήσεις για τον ρόλο της θρησκείας αλλά και της εκκλησίας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αλλά πέραν αυτού όμως, είχα όλη την καλή διάθεση να πιστέψω ότι η Εκκλησία είναι κυρίως μία ομάδα μωρόπιστων πλην όμως αγαθών ανθρώπων που προσπαθούν στα πλαίσια του δικού τους ιδεολογήματος για το γενικό καλό. Αυτό που όμως αποδεικνύετε, και όχι μόνο από το Βατοπαίδι, είναι ότι στο σύνολό τους αποτελούν μία μαφία με κύριο στόχο το χρήμα και κατ΄ επέκταση την δύναμη. Και μην μου πείτε ότι αυτοί είναι η εξαίρεση, γιατί δεν είναι! Μετά τα αθωνικά πάθη, μας προέκυψαν πολλά άλλα μικρά και μεγάλα σκάνδαλα, διεκδικήσεις, πρακτικές και φιλοδοξίες που ουδεμία σχέση έχουν με την άποψη του κόσμου για τη θρησκεία και την Εκκλησία. Τελικά, η εικόνα του καλού και πνευματικού παπά είναι η εξαίρεση, μέσα σε ένα κανόνα υπόκοσμου και μαφίας.

Κάποιοι φίλοι προσπαθούν να με πείσουν ότι η Εκκλησία εκτελεί τεράστιο κοινωνικό έργο στην Ελλάδα, ανάλογο με την οικονομική της ισχύ και αυτό ίσως να δικαιολογεί την προσπάθεια απόκτησης αυτών που οι ίδιοι θεωρούν ιδιοκτησία τους. Εγώ ζω στην Αθήνα και είμαι απόλυτα ενταγμένη στην κοινωνική ζωή αυτής της ρημάδας της χώρας. Δεν έχω δει κανένα, μα κανένα έργο που να έχει κάνει η εκκλησία ανάλογο της οικονομικής της δύναμης. Αυτές οι παπαρίες για τον μοναχό στην ομόνοια που έχει μαζέψει κάτι παιδάκια μεταναστών και για τα 2-3 γηροκομεία ή ορφανοτροφεία που χρηματοδοτεί η εκκλησία, είναι «πινατς» αγαπητοί μου. Ψίχουλα! για την εκκλησία της Ελλάδος!

Το μόνο καλό που ελπίζω να βγει από αυτή την ιστορία είναι να πάψει ο κόσμος να πιστεύει και να ακολουθεί αγόγγυστα κάθε ορθόδοξο Χομεϊνί, που αποφάσισε να βγει στο σύνταγμα με τα λάβαρα της Αγ. Λαύρας, επειδή οι εκλεγμένοι πολιτικοί δεν υπέβαλαν τα σέβη τους γονυπετείς, όπως τότε την εποχή της Φρειδερίκης.

Αυτά.

Τώρα θέλω να σας γράψω μία συνταγούλα που φτιάχνω χρόνια τώρα. Την πρώτο έφτιαξα έτσι για δικιά μου ευκολία αντί για σπανακόπιττα, στην συνέχεια όμως κατάλαβα ότι είναι ένα πολύ ελαφρύ και διαιτητικό πιάτο που γίνετε πάρα πολύ εύκολα τα βράδυ όταν γυρίσεις από την δουλειά και με άνεση τρώγετε και την επομένη.

Σπανακόπιττα χωρίς φύλλο

1 κιλό σπανάκι φρέσκο
3 αυγά
200 γραμμάρια κατίκι
200 γραμμάρια ανθότυρο
½ ποτήρι γάλα
μπόλικο άνηθο ή/και δυόσμο και μαϊντανό ψιλοκομμένα
αλάτι, πιπέρι, μία πρέζα μοσχοκάρυδο και λίγο λάδι,
βούτυρο και τρίμμα φρυγανιάς για το πυρέξ

Συνήθως αγοράζω σπανάκι καθαρισμένο έτοιμο σε σακούλα συσκευασμένο. Σε αυτή την περίπτωση το βάζω με νερό και λίγο ξύδι σε μία μεγάλη γαβάθα το αφήνω 5 λεπτά, το γυρίζω πολλές πολλές φορές να ξεπλυθεί καλά και μετά το στραγγίζω. Σε μεγάλη κατσαρόλα βάζω το σπανάκι κομμένο με το χέρι σε μεγάλα κομμάτια και ½ ποτήρι νερό και το ζεματάω λιγάκι. Μετά το σουρώνω πολύ καλά να φύγουν όλα τα υγρά. Σε ένα μπολ ανακατεύω το ζεματισμένο σπανάκι με το κατίκι το ανθότυρο, (αν δεν κάνω δίαιτα μπορώ να βάλω ωραιότατα παχυντικά τυριά όπως φέτα, τριμμένη γραβιέρα, ή παρμεζάνα) το αλάτι (με προσοχή ανάλογα τα τυριά) το πιπέρι, το μοσχοκάρυδο, ελάχιστο λαδάκι, τα αρωματικά μου ψιλοκομμένα και τα 2 αυγά χτυπημένα με το μισό γάλα. Τα ανακατεύω όλα καλά και τα βάζω στο πυρέξ μου που το έχω όμως βουτυρώσει και καλύψει με τρίμμα φρυγανιάς. Από πάνω βάζω το άλλο αυγό χτυπημένο με το υπόλοιπο γάλα και ίσως ελάχιστο τριμμένο κίτρινο τυρί να κάνει μία υποτυπώδη κρούστα. Το ψήνω σε δυνατό φούρνο, στους 200 βαθμούς αέρα, μέχρι να ψηθούν τα αυγά και να χρυσίσει αρκούντως, περίπου μισή ωρίτσα αρκεί.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Ψωμί για τις Λόλες

Πολλοί μου ζητάνε να γράψω μία συνταγή για ψωμί, αλλά είναι δύσκολο για τους πολύ άσχετους περί τη μαγειρική και πραγματικά θέλει πάρα πολλές αποτυχημένες προσπάθειες μέχρι να καταφέρετε να κάνετε ένα αξιόλογο χωριάτικο καρβελάκι.

Η πιο κάτω συνταγή όμως είναι πολύ απλή και σας λεω πάντα πετυχημένη. Να την κάνετε και εσείς Λόλες!

Ψωμί για άσχετους

1 αλεύρι φάριν-απ
1 κουτάκι μπύρα 330 ml
Λάδι (1 κουτ. της σούπας)
1 κουταλάκι αλάτι,
1 κουταλάκι ζάχαρη,
1 γεμάτη κουταλιά γλυκάνισο, ή κόλιανδρο, ή αποξηραμένο σκόρδο, ή ότι άλλο θέμε.
Λίγο σουσάμι για πασπάλισμα

Σε μια λεκάνη, βάζουμε το φάριν-απ και περιχύνουμε με τη μπύρα. Ζυμώνουμε καλά, για να γίνει μια ομοιογενής ζύμη και προσθέτουμε την κουταλιά του λαδιού, το αλάτι, τη ζάχαρη και ότι μυρωδικό βάλετε. Αφήνουμε τη ζύμη να 'ξεκουραστεί' σε δροσερό μέρος ή στο ψυγείο για μισή ώρα. Στη συνέχεια, πλάθουμε τη ζύμη σε ένα καρβέλι ή μια φραντζόλα, πασπαλίζουμε με το σουσάμι και το βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο πάνω σε λαδόχαρτο για να μην κολλήσει, στους 180-200 βαθμούς για 50 λεπτά. Θα σας βγει ένα πολύ νόστιμο ψωμί που διατηρείται χωρίς πρόβλημα για μία εβδομάδα. Μπορείτε επίσης να προσθέσετε στη ζύμη ελιές ψιλοκομμένες, τυρί, πιπεριά σε μικρά κυβάκια, μπέικον ή ότι άλλο θέλετε.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Το Πάρτι

Ο φίλος μου ο Γιάννης, μετακόμισε πέρσι τέτοια εποχή στο νέο του διαμέρισμα στο Γέρακα. Είναι μία μικρή 2-όροφη πολυκατοικία με 6 διαμερίσματα, όπου μόνο τα 4 κατοικούνται προς το παρόν. Οι 4 λοιπόν ιδιοκτήτες, νέα παιδιά (σχετικό είναι αυτό αλλά άντε να το αφήσουμε), λένε εδώ και καιρό να κάνουν ένα πάρτι. Πάρτι ρεφενέ, όπως τον παλιό καλό καιρό.

Το ιβέντ έγινε στο γκαράζ της πολυκατοικίας, ήταν γκαράζ πάρτι. Μαζεύτηκαν πολλοί, πάρα πολλοί, πάνω από 350 άτομα νομίζω. Στους οργανωτές, ήταν και μία «πιτσιρίκα» γύρω στα 27, που είχε φέρει τους πιο πολλούς. Μέσος όρος ηλικίας ήταν 25-35, εμείς οι λίγοι γνωστοί του Γιάννη κάπως μεγαλύτεροι, είχαμε πιάσει μία γωνία και με περισσή περιέργεια παρακολουθούσαμε τα δρώμενα.

Εκτός από τη νέα γενιά, ήταν και οι κομμώτριες. Ένας από τους ιδιοκτήτες εργάζεται πωλητής σε εταιρία εξοπλισμού κομμωτηρίων και απ’ ότι μάθαμε κατά την διάρκεια της προετοιμασίας έλεγε, «θα φέρω 50 κομμώτριες» ! Η παρουσία τους νομίζω ότι ήταν ευδιάκριτη και μπορεί να με λετε ότι θέτε, αλλά τέλος πάντων υπήρχαν κάτι ντυσίματα άξια συζήτησης ακόμα και για κομμώτρια!


Μιας και το «κράουντ» (έτσι μου το είπαν) ήταν συγκεκριμένο, έτσι και η μουσική ακολουθούσε τις ορέξεις τους, που ουδόλως ταίριαζαν με τα δικά μας ακούσματα. Στην αρχή – λόγω ηλικίας πήγαμε πρώτοι βέβαια – ήταν πάρα πολύ καλή «λαουντς μιουζικ για 40-ηδες» που λένε. Κουνιόμασταν και εμείς πάνω κάτω, με το ποτάκι μας, και κουτσομπολεύαμε. Κατά τις 12:30 όμως, που είχε πλακώσει ο πολύς κόσμος, μπήκαν τα «κλαμπίστικα» και βγήκαν κατά τις 2:00, όταν εμένα με είχε ήδη πιάσει μεγάλος πονοκέφαλος! Λοιπόν αυτά τα παντελώς άγνωστα για εμένα «κλαμπίστικα» και δεν ακούγονται (αυτό όμως είναι υποκειμενικό) αλλά κυρίως δεν χορεύονται. Όλοι ψιλοκουνιόντουσαν, και προσπαθούσαν να μιλήσουν με διαπασών τη μουσική. Αν είναι όμως να πάς κάπου για να μιλήσεις, γιατί να το κάνεις άγρια μεσάνυχτα, σε ένα γκαράζ, με τρομερή κάπνα και ζέστη, και διαπασών τη μουσική;

Στα πάρτι πάς για να χορέψεις, να ξεδώσεις, να χαρείς. Εμένα πάντως δεν μου φάνηκαν να χαίρονται τα μικρά, είχαν αυτή τη χαρουμενοβαριεμεπουειναιοιγκομενες κατάσταση που βλέπεις και στα κλαμπ.


Κάποια στιγμή μπήκαν και τα ντίσκο για εμάς τους «μεγάλους» και πραγματικά ξεδώσανε και τα μικρά, γιατί αυτά, όσο παλιά και να είναι όσο χιλιοπαιγμένα, είναι χορευτικά! Πως να το κάνουμε. Για να καταλάβετε τη θεόρατη διαφορά φάσης που είχαμε, στείλαμε το Γιάννη να πει στον Ντι-Τζε να βάλει κανένα ροκ και αυτός μας φλόμωσε στα Ροκ εντ Ρολ. Της εποχής του πατέρα μου.


Στο τέλος βέβαια έπεσαν και τα ελληνικά, εκτός από τα τουρκοτσιφτετέλια – την χαρά της κομμώτριας – ακούσαμε και Βανδή, και Χατζηγιάννη, και Καρβέλα, όλα αυτά που βάζεις στα παιδικά πάρτι. Κάπου εκεί, τα πήραμε, ζητήσαμε Τρύπες, έβαλε 2 τραγούδια, ξεπλήρωσε το χρέος του στη γενιά μας και ξανά μανά Βανδή. Εκεί, είδαμε τα ρολόγια μας, είχε πάει 3:30 την κάναμε!


Ήταν όμως ωραία, σαν πολιτισμικό σοκ ένα πράγμα. Από κοινωνιολογική άποψη πολύ ενδιαφέρων. Από ενδυματολογική άποψη εξαιρετικό, από μουσική άποψη με ξάφνιασε, αλλά από κομμωτική άποψη πραγματικά με συγκλόνισε!


Λοιπόν για σήμερα σας έχω κάτι το ιδιαίτερο. Έψαχνα πολύ καιρό να βρω μία συνταγή για ραβανί που όμως δεν έχει πολλά αυγά και δεν χρειάζεται να φτιάξεις μαρέγκα. Αφού το βρήκα το έφτιαξα πέρσι με τα πολλά τα χιόνια και όσοι το δοκίμασαν ενθουσιάστηκαν. Έτσι Μιχάλη;


Ραβανί Βέροιας με άρωμα μαστίχας

4 αυγά

2 φλιτζάνια σιμιγδάλι χονδρό

1 φλιτζάνι αλεύρι

1 φλιτζάνι γιαούρτι

1 ½ κουταλία του γλυκού μπεικιν πάουντερ

1 κάψουλα βανίλια

1 φλιτζάνι σπορέλαιο

1 φλιτζάνι ζάχαρη

Ξύσμα από 2 λεμόνια, ή αν θέλετε άρωμα μαστίχας 5 σταγόνες μαστιχέλαιο ή 1 κουταλάκι του γλυκού μαστίχα σε σκόνη.

Για το σιρόπι

4 ποτήρια νερό

3 ½ ποτήρια ζάχαρη

3 φλούδες λεμόνι

Κοσκινίζετε σε μία γαβάθα το αλεύρι, το σιμιγδάλι και το μπεικιν. Σε ένα άλλο μπολ ανακατεύουμε τη ζάχαρη με το σπορέλαιο, ανακατεύουμε το γιαούρτι και ένα ένα τα αυγά και τα μυρωδικά Όταν ομογενοποιηθούν πλήρως τα υλικά προσθέτετε σιγά σιγά το αλεύρι με το σιμιγδάλι. Ανακατεύετε μέχρι να γίνει ένα μαλακό ζυμάρι. Βουτυρώνετε και αλευρώνετε ένα ταψάκι, όχι πολύ μικρό, ώστε να μην σας βγει το ραβανί ψιλό, γιατί δεν θα σοροπιαστεί καλά. Προσοχή να μην καθυστερήσετε πολύ όταν ρίξετε το αλεύρι ώστε να μην αρχίσει να φουσκώνει το σιμιγδάλι. Να το βάλετε αμέσως για ψήσιμο. Το ψήνετε 45 λεπτά σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς αέρα.

Για το σιρόπι θα ανακατέψετε όλα τα υλικά και θα το βράσετε ακριβώς 5 λεπτά από τη στιγμή που άρχισε να κοχλάζει. Όταν ψηθεί το ραβανί, και το βγάλετε από το φούρνο, ζεστό όπως είναι θα το περιχύσετε με το σιρόπι σιγά σιγά να πάει παντού. Το ραβανί θα απορροφήσει όλο το σιρόπι και θα φουσκώσει.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Ο εορτασμός

Όταν έγινε το πολυτεχνείο ήμουνα 5 χρονών. Προφανώς και δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, παρ΄ όλα αυτά κάτι θυμάμαι, ή νομίζω ότι θυμάμαι. Τότε μέναμε στον Ερυθρό Σταυρό στο ρετιρέ μίας παλιάς πολυκατοικίας που σχεδόν έβλεπε την Μεσογείων απέναντι από την τότε Χωροφυλακή. Μάλιστα τότε, το 1973 υπήρχε χωροφυλακή και αστυνομία, και η περιοχή μας, δεν αποτελούσε Άστυ, αλλά χωρίο και ελεγχότανε από την Χωροφυλακή.

Τα τάνκ κατέβηκαν από το Γουδί και ήμασταν με την μητέρα μου στο μπαλκόνι και ακούγαμε τον θόρυβο που έκαναν πάνω στην Άσφαλτο. Αυτό θυμάμαι. Δεν ανακαλώ καθόλου εικόνες τηλεοπτικές, είχαμε δεν είχαμε τηλεόραση δεν ξέρω, δεν θυμάμαι και δεν ρώτησα και ποτέ. Έδειχνε, δεν έδειχνε η τηλεόραση, τα γεγονότα πάλι δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω όμως ότι δεν έδειχνε τίποτα.

Η όποια σύγκριση με το σήμερα, που κλάνει ο Καρβέλας και η Πάνια και πρώτα το μαθαίνουμε εμείς και μετά οι ίδιοι, φέρνει τουλάχιστον αμηχανία για την εποχή εκείνη. Ακούω πιτσιρίκια να αναρωτιούνται «μα πως ζούσατε, χωρίς …;» και απλά αισθάνομαι μεγάλη.

Με τα χρόνια, την μεταπολίτευση, τη δημοκρατία, την πρωθυπουργία του μεγάλου Καραμανλή, δεν γινότανε κανένας εορτασμός, η εξέγερση υπήρχε μόνο στις συζητήσεις και στις κουβέντες στις παρέες, πάντως ούτε στεφάνια κατέθετε κανείς, ούτε βέβαια τα σχολεία αργούσανε ή κάνανε κάτι. Ήταν ακόμα η εποχή που η κυρίαρχη άποψη ήταν, ότι πολυτεχνείο δεν έγινε! Τελεία και παύλα, τίποτα δεν έγινε, κάτι πρεζόνια μαζεύτηκαν και τα έσπασαν. Κανένας δεν σκοτώθηκε, τίποτα, το απόλυτο τίποτα. Εγώ αυτό το θυμάμαι, και να λέγετε και να υποστηρίζετε, και από ανθρώπους γνωστούς μου, συμμαθητές μου και φίλους μου, και μπορεί να με αμφισβητήσετε όλοι, αλλά εγώ το θυμάμαι και ξέρω καλά ότι έτσι είναι.

Ήρθε και το ΄81, ο Ανδρέας, και άλλαξε τα πράγματα. Παρένθεση, έχετε συνειδητοποιήσει ότι ο Ομπάμας έχει το θρυλικό Ανδρεϊκό σύνθημα εκείνης της εποχής «Αλλαγή», Change δηλαδή. Έτσι είναι, ακόμα και τους μαύρους υποψήφιους προέδρους των ΗΠΑ εμπνέουμε εμείς οι Έλληνες!!

Για τους νεώτερους, και για όσους τους αρέσει να ξεχνάνε ότι τους χαλάει το λήθαργο, λοιπόν, ο Παπανδρέου (ναι αυτός ο γεροξούρας με τη Μιμή), καθιέρωσε τον εορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου για τους φοιτητές και μαθητές, (αναγνώρισε και την Εθνική Αντίσταση επίσης, και από τότε γέμισε η Ελλάδα αντιστασιακούς, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).

Νομίζω ότι ήταν Νοέμβριος του 82, όταν ήρθε η εγκύκλιος, για τον εορτασμό στο σχολείο. Πήγαινα 3η Γυμνασίου, την ίδια χρονιά καταργήσανε και τις ποδιές, μεγάλη χαρά σας λεω! Η Γυμνασιάρχης, ένα απίθανο φασιστοειδές φρούτο δεν ήθελε με τίποτα να γίνει η γιορτή, δεν πα να έλεγε ότι ήθελε εκείνος ο Κομουνιστής, έτσι είπε στον πατέρα μου, που πήγε να της ζητήσει το λόγο. Έγινε χαμός, όλα εμείς τα βλαμμένα μπροστά στην προοπτική να χάσουμε 2-3 μέρες μάθημα, επαναστατήσαμε και ας μην ξέραμε ουσιαστικά τι παιζόταν. Δεν μας ένοιαζε κιόλας. Υπήρχαν βέβαια κάποιοι συμμαθητές μας, τους θυμάμαι όλους ένα προς ένα, που λέγανε ότι δεν έγινε πολυτεχνείο. Το γνωστό παραμύθι με τους μαλλιάδες που κάνανε επεισόδια τσαμπουνούσαν. Παιδιά ήταν ότι τους έλεγαν οι γονείς τους επαναλάμβαναν, μέσα στη χαζομάρα όλων βέβαια γιατί πλέον οι τηλεοράσεις έπαιζαν με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα εκείνου του τριημέρου, και ήταν πλέον αδύνατο να αμφισβητήσεις το τι είχε γίνει. Αλλά ποιος σας είπε ότι η «δεξιά» ήταν ποτέ έξυπνη σε αυτή τη χώρα! Αυτά τα παιδιά τώρα, 40-ηρες πλέον, τιμούν τους ήρωες του πολυτεχνείου, αλλά αυτό το παραβλέπουμε.

Στο τέλος έγινε και η γιορτή, χωρίς την έγκριση της γυμνασιάρχισσας, αλλά έγινε, και πορεία κάναμε. Κατεβήκαμε με τα πόδια από τους Αμπελόκηπους στο πολυτεχνείο, και μας οδηγούσε, όλο το σχολείο, ο πατέρας μου (όπου φασαρία με τη «δεξιά» μέσα αυτός ο άνθρωπος) μερικοί ακόμα γονείς, από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων, και μέλη της τοπικής οργάνωσης ΠΑΣΟΚ των αμπελοκήπων. Τότε βλέπετε και τοπικές υπήρχαν, και ισχυρές ήταν, και την «εφαρμογή της αλλαγής» στην κοινωνία περιφρουρούσαν. Επαναστατικά πράγματα!!

Όλους μας είχε πιάσει μία υπερδιέγερση, λες και ήμασταν εμείς μέσα στο Πολυτεχνείο, λες και κάναμε εμείς επανάσταση, εναντίων αυτών που δεν μας άφηναν, εναντίων αυτών που μας έλεγαν ότι δεν έγινε τίποτα. Τα θυμάμαι τα συναισθήματά μου εκείνη την εποχή. Θυμάμαι την τσαντίλα μου, την εφηβική μου επαναστατικότητα. Ήταν βλέπετε κάτι πολύ κοντινό μας, μόλις λίγα χρόνια πριν, ήταν η ιστορία των πατεράδων μας, όχι των παππούδων μας που γιορτάζαμε την 28η Οκτωβρίου, ή των πολύ μακρινών προγόνων μας που γιορτάζαμε την 25η Μαρτίου. Μην ξεχνάμε ότι ήμουνα 14 χρονών, και ο πατέρας μου που μας τσίγκλαγε και εμένα και την 12-χρονη αδελφή μου, ήταν 42, σχεδόν όσο είμαι σήμερα. Αν βέβαια μου έλεγε εμένα κάποιος τώρα, να το κόψω με το πόδι από τους Αμπελόκηπους στο Πολυτεχνείο να οδηγήσω μία ομάδα 40-50 εφήβους να πάνε να καταθέσουν στεφάνι στο πολυτεχνείο, πράγμα που έκανε ο μπαμπάς μου, θα τον έλεγα τρελό. Αλλά βρείτε μου εσείς 40-50 15-χρονα που να θέλουν να το κάνουν και το συζητάμε.

Από τότε έγιναν πολλές γιορτές για το πολυτεχνείο. Επίσημες μιας και δεν μπορούσε πλέον να γίνει αλλιώς. Πάντα ήταν ο φίλος μας ο Χρίστος (μεγαλοστέλεχος πλέον του ΠΑΣΟΚ) που με μία ξεκούρδιστη κιθάρα και με βραχνιασμένη φωνή από τις φωνές, τραγούδαγε ... «πάγωσε η τσιμινιέρα» και άλλα επαναστατικά. Κάθε χρόνο τα ίδια.

Με το καλό, τελειώσαμε το σχολείο, έβγαλε και ο πατέρας μου τα ζιβάγκο και ξάπλωσε στον καναπέ, βάλαμε εμείς ταγεράκια και πίνουμε καφέ στα Σταρμπακς.

Στο Πολυτεχνείο δεν πάμε πλέον, μόνο κάποιοι από εμάς κλαίνε στα τηλεοπτικά αφιερώματα.