Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Καλό Καλοκαίρι

Το καλοκαίρι είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό....

Εκεί λοιπόν που σκέφτεσαι με συνθηματολογία Πασόκ, το καλοκαίρι που ζούμε σε τούτη δω την ταλαίπωρη τη χώρα, κάνεις να δεις λίγο τον ουρανό και βλέπεις μία συννεφάρα να!

Αναρωτιέσαι, λοιπόν, σκέφτεσαι, προβληματίζεσαι. Χειμώνας είν’ τούτο ή καλοκαίρι;; Χειμωνοκαλόκαιρο και έξ’ απ’ την πόρτα. Περίεργο πράγμα ρε παιδάκι μου. Ένα θεματάκι με τα μπάμπα μπούμπα και τους κεραυνούς το έχω, η έρμη. Το μεσημέρι του Σαββάτου λοιπόν, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα για το βραδινό κοκτέιλ πάρτι, έπεσα να κοιμηθώ για να αντέξω το ξενύχτι.

Γκρουουουμμμμμσσσσχχχχτρρρρρρρ, ο πρώτος κεραυνός. Ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω μαυροσκόταδο μέσα από τις γρίλιες. Πάει πέρασε η ώρα και παρακοιμήθηκα, σκέφτηκα! Σηκώνομαι, και βγαίνω στη βεράντα. Στο βάθος η Πεντέλη ήταν λουσμένη στον μεσημεριανό ήλιο, αριστερά στο Χαλάνδρι μέχρι την Πάρνηθα επικρατούσε χειμώνας βορειοευρωπαϊκός. Η μπόρα, μπουρίνι φθινοπωρινό θα το έλεγες, κράτησε 20 λεπτά, μπλούστρωσε τον τόπο όλο και με ανάγκασε να ξαναπλύνω βεράντες και κάγκελα για το βραδινό πάρτι.

Τι πράγματα είναι αυτά, το φελέκι μου λεω;;; Δεν ξέρω τι συμβαίνει στα νησιά, στις παραλίες και στις θάλασσες στην Αθήνα όμως το καλοκαίρι μάλλον μας τελείωσε. Εκτός από τη ζέστη, αυτή την άφησε πίσω, την ξέχασε ένα πράγμα.

Τώρα υπάρχουν δύο αιτίες που συζητιούνται για αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα. Και τις δύο μου τις είπανε, δεν σκέφτηκα μόνη μου, σας το υπόσχομαι. Η πρώτη, η σοβαρή και η πιο πιθανή είναι ότι για τον κακό μας τον καιρό, φταιει το Γκουαλγιαμεαγοατανκουκου, το ισλανδικό ηφαίστειο ντε, που γέμισε τον ουρανό με μιλιούνια σωματίδια που κάνουνε τα σύννεφα να φταρνίζονται και να κλαινε – και γαμώ τις ποιητικές εκφράσεις λέμε!!

Τη δεύτερη βέβαια αιτία, μου την είπε γειτόνισσα, χαμηλού άι κιού, και με έντονη τρικυμία εν κρανίο μιας και έχει μπλέξει τα θεία, με το ΚΚΕ της Λιάνας. Ο θεός βοηθάει τον Παπανδρέου μου είπε συνωμοτικά! Έμεινα λίγο κάγκελο αλλά έχω συνηθίσει τέτοιου επιπέδου αναλύσεις από αυτήν, οπότε την κράτησα την ψυχραιμία μου. Για πες ... της λεω. Παιδάκι μου, τώρα που μας έκοψε τους μισθούς (είναι και βέβαια δημόσια υπάλληλος, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι το αστροπελέκι θα εργαζόταν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον) και δεν έχουμε λεφτά να πάμε διακοπές, ο Θεός κάνει κακό καιρό ώστε να μην μας λείψουν οι διακοπές. Τα έχει βρει σου λεω, ο Γιωργάκης με την Θεό, να χτυπήσουν την εργατιά οι καπιταλιστές.

Είναι ο θεός καπιταλιστής;; ρωτάω. Ε, δεν είναι και μέλος τους κόμματος, μου απαντάει. Σωστή η γειτόνισσα, άφωνη με άφησε, με τι επιχειρήματα να αποκρούσω τις μετεωρολογικές ανησυχίες της;

Τυχαίο; Δεν νομίζω, όπως λεει και ο εθνικός μας διαφημιστής,

Εγώ όμως θα πάω διακοπές, παρόλο που το δικό μου βάσανο ο Θυρεοειδείς κάνει ότι μπορεί για να μην πάω. Έτσι στο πείσμα όλων, και στη Μυτιλήνη θα πάω, και διακοπές θα κάνω.

Αν και τον Αύγουστο θα την κάνουμε με την παρέα, λεω να το κλείσω το μαγαζί νωρίτερα, μιας και όλο έξω είμαι αυτή την εποχή, δεν έχω χρόνο να μαγειρέψω, δεν έχω χρόνο να γράψω. Αυτό εξάλλου το κάνω κάθε χρόνο, έτσι το βγάζω και λίγο από το μυαλό μου, κάνω το ρισέτ μου, και ηρεμώ λιγάκι.

Θα επανέλθω το Σεπτέμβρη λοιπόν, με πολλές νέες συνταγές, ελπίζω, με νέα φρέσκια δύναμη, και με πολύ όρεξη.

Το σημερινό σας γλυκό, σας το προτείνω ανεπιφύλακτα για ένα δροσερό καλοκαιρινό κλείσιμο, μίας ψαροφαγικής βραδιάς.

Πανακότα με λεμόνι

500 γραμμάρια κρέμα γάλακτος (πλήρης λιπαρών)
200 γραμμάρια γάλα
12 γραμμάρια ζελατίνη μουσκεμένη σε κρύο νερό
150 γραμμάρια ζάχαρη άχνη
Ξύσμα από 1 λεμόνι βιολογικό, ακέρωτο
Χυμό από 2 λεμόνια

Σε μία μέτρια κατσαρόλα ζεσταίνουμε τη κρέμα γάλακτος με το γάλα και την άχνη, σε χαμηλή φωτιά μέχρι να αρχίσει να φουσκώνει. Τότε τη βγάζουμε από τη φωτιά, και προσθέτουμε τη ζελατίνη που έχουμε στύψει καλά με τα χέρια μας και το χυμό. Ανακατεύουμε καλά και αφήνουμε να κρυώσει καλά. Μοιράζουμε σε 6 μπολάκια και την αφήνουμε στο ψυγείο να πήξει (θέλει τουλάχιστον 3 ώρες). Ξεφορμάρουμε και σερβίρουμε πασπαλίζοντας με το ξύσμα και αν θέλουμε προσθέτουμε γλυκό του κουταλιού λεμόνι ή πορτοκάλι, ή κυδώνι, ή ή ή ή .....

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΜΕ ....

2 ΕΡΓΑ 2 !!

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Ο χοντρός, η χάρλεϊ και το σούσι

Σούσι και ξερό ψωμί. Είμαστε θαλασσινός λαός και έχουμε μία ιδιαίτερη σχέση με τα ψάρια. Πάντα αποτελούσαν μεγάλο κομμάτι τις διατροφής μας. Όσο περνάνε τα χρόνια όμως το ψάρι ακριβαίνει, και έτσι μία καλή σφυρίδα, ένα μεγαλούτσικο μαγιάτικο, ένας λαχταριστός ροφός, γίνονται όλο και πιο σπάνια εδέσματα στο πιάτο μας.

Αυτά για τους φτωχούς μεροκαματιάρηδες, γιατί για τους άλλους, το νέο μαστ στην ψαροφαγία λέγετε Σούσι. Προσωπικά μου αρέσει πάρα πολύ, και είναι το μόνο είδος που τρώγετε κατά τη γνώμη μου από την Ιαπωνική Κουζίνα. Από την άλλη βέβαια έχω ακούσει πάρα πολλούς Έλληνες να λένε «ωμά ψάρια δεν τρωω» λες και ο γαύρος μαρινάτος ή η σαρδέλα η παστή της Καλλονής είναι μαγειρεμένα ψάρια, αλλά το παραβλέπω και προχωράω.

Πήγαμε λοιπόν με παρέα χτες σε ένα μικρό συνοικιακό σουσάδικο, στη Νέα Ερυθραία. Το μαγαζί μας είναι γνωστό και οικείο πάμε τουλάχιστον μία φορά τον μήνα εκεί, συνήθως μεσοβδόμαδα, μετά τη δουλειά (εεεε ρε πούστη μου, Μανχάταν γενήκαμε!!). Είναι πάντα άδειο, έχει πάρα πολύ ησυχία, και με την πλινκι-πλονκι μουσικούλα που συνήθως έχει, τρως σε κατάσταση ζεν.

Εχτές βέβαια, μας βγήκε το ζεν από τη μύτη, καθώς είχαμε φαει τα μάκι μας, τα σασίμι και τα νιγκίρι είχαν προ πολλού εξαφανιστεί και λέγαμε να παραγγείλουμε το μους πράσινο τσάι που πραγματικά λατρεύουμε, όπου καταφτάνει οικογένεια με παιδάκια-εφήβους. Ο μπαμπάς ήταν 284,5 κιλά, με βερμούδα, μπάκα τεράστια, και σαγιοναρούλα. Ήρθε δε με ... μπρουμ, μπρουμ μπρουουουουουμμμμ, μπουμ μπου μπουμ, .... χαρλει νταβινσον!! Ο μπούρδας ... δηλαδή, αν πάρεις τέτοιο μηχάνημα, γίνεσαι και γκόμενος, έλεος.

Η σύζυγος ήρθε με μινι κουπερ κάμπριο, όπου διαπασών ήταν ένα ελληνικό σκυλοτράγουδο, αγνώστου προέλευσης. Τα 6 παιδιά, αγόρια και κορίτσια από 5 μέχρι 16 περίπου (μπορεί και να μην ήταν όλα δικά τους) ήρθαν με σκειτ και ποδήλατα πράγμα που σημαίνει, ότι έμεναν κάπου εκεί δίπλα.

Μέσα σε 20 λεπτά μας έπιασε πονοκέφαλος από τη φασαρία. Όλοι φωνάζανε, δεν μίλαγαν, φωνάζανε τόσο δυνατά, που βγήκαν από το απέναντι σπίτι και μας έκαναν παρατήρηση. Σε κανένα από τα παιδιά δεν άρεσε το σούσι, ήθελαν να φάνε τα ρολάκια με το κοτόπουλο (Καλιφόρνια μακι) αλλά χωρίς το φύκι. Να επιμένει η μανδάμ ότι το σούσι είναι υγιεινό και να κάνει παρατήρηση στη Φιλιπινέζα γκαρσόνα ο μπαμπάς ότι κακώς δεν έχουν μεγαλύτερη ποικιλία από μπύρες, βλέπεις το ινσαινταουτ με αυγά χελιδονόψαρου τρώγετε μόνο με μία παγωμένη άμστελ.

Μα .... μα τι να πω; Το φαγητό είναι κουλτούρα. Δεν μπορείς να παίρνεις την, κατά τα άλλα αποδεκτή, αισθητική του σουβλατζίδικου και να την μεταφέρεις στο σουσόμπαρο, και προφανώς το ανάποδο δεν παίζει εξίσου. Αν πάω δηλαδή σε σουβλατζίδικο και ζητήσω σάκε, δεν θα ήμουνα γελοία;

Επίσης, τι τα πας ρε συ βλάχουρα τα μικρά σε σουσάδικο; Αυτά με το ζόρι τρωνε κάτι άλλο εκτός από χάμπουργκερ, περιμένεις να φάνε κάτι τόσο περίεργο, όσο το ωμό ψάρι που και ενήλικες αποφεύγουν; Τέλος μανδάμ, όχι δεν πρέπει να φαει σούσι το 5-χρονο, όπως δεν έφαγες και εσύ στην Ανω Βουρβουρίτσα που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Άσε το παιδί να μεγαλώσει και μετά αν το ίδιο θέλει να έρθει σε επαφή με άλλες γεύσεις και άλλες κουλτούρες, θα πάει μόνο του και θα φαει ότι θέλει.

Πάντως εγώ, δοκιμάζω με μεγάλη χαρά άλλες κουζίνες. Το σούσι πραγματικά μου αρέσει σε αντίθεση με άλλα της Γιαπωνέζικης κουζίνας που τα μπορώ καθόλου (κάτι πράσινες πάστες για παράδειγμα μέσα στις οποίες πλέουν κάτι σπανάκια – δεν ξέρω πως το λένε, δεν με νοιάζει!!). Δεν υπάρχει όμως περίπτωση να φαω κάτι και να γίνω οπαδός μίας κουζίνας, απλά επειδή είναι της μόδας. Τέτοια κατάντια ποτέ. Χίλιες φορές ο Ελληνάρας με τα σουβλάκια του και μόνο, παρά ο Ελληνάρας με τα σούσι εν είδει σουβλακίου.

Κάτι εξωτικό τώρα από μία κουζίνα που προσωπικά δεν πολυαγαπάω. Η Ινδική κουζίνα είναι βασισμένη σε μιλιούνια μπαχαρικά. Σε μία χώρα σαν την Ινδία τα μπαχάρια ήταν απαραίτητα για να συντηρήσουν τα κρέατα αλλά και για να σκεπάσουν γεύσεις και μυρωδιές από ψιλο-χαλασμένα προϊόντα. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μία παράδοση περίπλοκης και πραγματικά δύσκολης και περίτεχνης κουζίνας, που πολύς κόσμος λατρεύει. Δεν είμαι απ’ αυτούς αν και πολύ ευχάριστα πάω σε ινδικά εστιατόρια μία στις τόσες. Εξάλλου αν είσαι στην Αγγλία; Τι θα φας; Αρνί με μέντα ή ένα ωραιότατο κοτόπουλο ταντόρι με κάρυ και άλλα συμπαρομαρτούντα;; Το Ταντόρι είναι αδύνατον να γίνει στα σπίτια μας, θέλει πολλά κλαπατσίμπανα που δύσκολα βρίσκεις. Η παρακάτω προσομοιάζει όμως. Συστήνω στους φαν να τη δοκιμάσουν με καυτερό κάρυ, και ένα ωραιότατο ρύζι μπασμάτι.

Κοτόπουλο με κάρυ

1 μέτριο κοτόπουλο κομμένο σε παϊδάκια
1 γιαούρτι πρόβειο
250 γραμμάρια ξινόγαλο (υπάρχει σε όλα τα σουπερ μάρκετ – ηρεμήστε!)
4 γεμάτες κουταλιές της σούπας κάρυ (από καθόλου έως πολύ καυτερό)
αλάτι

Ανακατεύουμε το γιαούρτι με το κάρυ και το ξυνόγαλο και μαρινάρουμε το αλατισμένο κοτόπουλο στο μείγμα για 24 ώρες. Να φροντίσουμε να μαριναριστεί καλά απ΄ όλες τις πλευρές το κοτόπουλο. Το βγάζουμε το στραγγίζουμε λίγο σε χαρτί κουζίνας και το ψήνουμε σε σχάρα στο γκρίλ, μέχρι να γίνει.