Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Η παρέα της Αίγινας

Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσω κάτι, η μία και μοναδική μου σχέση με χωριό είναι η καταγωγή της γιαγιάς μου από την Αίγινα. Πέραν τούτου ουδέν. Αυτός είναι και ο λόγος που από μικρά γραπωθήκαμε σε αυτό το νησί, περνάγαμε όλα τα καλοκαίρια μας εκεί, αλλά και όλες μα όλες τις σχολικές γιορτές και αργίες.

Λογικό είναι λοιπόν να έχουμε από τα μικράτα μας απόλυτους φίλους και παρέες εκεί, με τους οποίους βέβαια και δεθήκαμε πολύ και τις εμπειρίες παιδικής «αναλοπαρέας» αποκτήσαμε.

Όσο δούλευαν οι γονείς μου, το σπίτι της Αίγινας ήταν δικό μας και των φίλων μας. Από τότε που βγήκανε στη σύνταξη, κάνανε κατάληψη αυτοί με την δικιά τους παρέα και έτσι δεν πάμε και τόσο συχνά εμείς. Κάποτε όμως αυτό θα αλλάξει και είναι μαθηματικός βέβαιο ότι θα έρθει η ώρα που θα ξοδέψουμε εκεί τη δικιά μας σύνταξη (αν την πάρουμε ποτέ βέβαια).

Είναι πολύ όμορφο νησί η Αίγινα. Θα μου πείτε ότι το λεω γιατί είμαι από εκεί, αλλά όχι, είναι ένα καταπράσινο νησί με πολύ όμορφη πόλη, με τα σοκάκια του και τα νεοκλασικά του με ωραία μέρη για βουτιές και μπάνιο, χωρίς παραλίες ή γραφικά χωριουδάκια, αλλά με «εξωτικά» σημεία αν είσαι ντόπιος και έχεις λίγη περιέργεια. Επίσης η Αίγινα είναι τόσο κοντά στην Αθήνα που πας το πρωί για καφέ πολύ πιο εύκολα απ’ ότι πας στη Βουλιαγμένη. Σαν ένας μικρός αστικός παράδεισος. Σε 40 λεπτά από τον Πειραιά, χωρίς να χρειάζεται να προγραμματίσεις τίποτα, χωρίς να πρέπει να «αγχωθείς» που λένε, είσαι μέσα σε ένα τεράστιο δάσος πεύκων στην Αγία Μαρίνα, ή σε καταπράσινα νερά στον Τούρλο, ή σε μοναδικά ταβερνάκια μέσα στην ψαραγορά πίνοντας τσίπουρο, ή με εφημερίδες και καφεδιά στο Αιάκειο μπροστά στο λιμάνι, ή ακούς μοναδική ροκ στα φανταστικά περδικιώτικα, ή .... είναι πολλά.

Μην αρχίσετε τώρα να μου λετε γκρίνιες, και βέβαια έχει πολλά μειονεκτήματα, και ασχήμιες, αλλά εμείς επιλέγουμε να βλέπουμε τα καλά και τα άσχημα τα αφήνουμε στους άλλους.

Μαζευτήκαμε πολλοί στο νησί, η παρέα της Αίγινας είναι πολύ μεγάλη, την εποχή της ακμής της μαζευόμασταν και 50 άτομα στους τσιντρούς της παραλίας. Σήμερα είναι οι περισσότεροι παντρεμένοι, χωρισμένοι, με παιδιά, πολλά παιδιά, με άλλα εξοχικά, με κοιλίτσες και φαλάκρες, με φουσκωτά και ξεφούσκωτα, με τζιπ, ....

Τότε πηγαίναμε με τα πόδια, χιλιόμετρα μέσα στο σκοτάδι, στη Ντίσκο της περιοχής, τότε το ένα και μοναδικό «ζούνταπ» του Γιώργου πήγαινε τρικάβαλο όλες τις πιτσιρίκες της παρέας, τότε πίναμε φραπέ με 5 καλαμάκια, το ποτό που σήκωνε η τσέπη μας ήταν ούζο με κόλα, τα περισσότερα βράδια τα περνάγαμε στην παραλία και αισθανόμασταν «αποκλεισμένοι» από τον κόσμο, τότε ερωτευόμασταν μεταξύ μας, και σε ένα καλοκαίρι παιζόντουσαν πολλοί έρωτες, εκεί στο ταβερνάκι της κυρα Μαρίας, ολα τα ραντεβού μαζί!

Σε μία τέτοια παρέα, υπήρχαν απ΄ ότι καταλαβαίνετε πολλά ίδια ονόματα. Πολλοί οι Νίκοι, πολλοί οι Αντώνηδες.... έτσι είχαμε και παρατσούκλια, ο Νίκος ο Μούσιας (είχε πολλά μαλλιά και μούσια ο Νικολάκης τότε, τώρα τσακώνετε με τον κουρέα του για την τιμή χρέωσης ανά τρίχα) , ο Αντώνης ο λακόστ, ο Αντώνης ο 68, και πολλά άλλα ... που δεν θυμάμαι πλέον!

Τώρα είναι λίγοι αυτοί που πηγαίνουν στο νησί. Υπάρχουν οι φανατικοί, που τους βρίσκεις σχεδόν πάντα εκεί, όπως ο Κωστής και η Νέλη που έγιναν και μόνιμοι κάτοικοι, πάνε και οι ερωτευμένοι με το μέρος όπως ο Νίκος, ο Γιώργος και η Κάντια που περνάνε εκεί πολλά σαββατοκύριακα και πολλές από τις διακοπές τους, πάμε και εμείς οι αλεξιπτωτιστές αραιά και που και σχεδόν πάντα με παρέα.

Είναι όμως μυστήριο η οικειότητα που αισθάνεσαι τόσο με το μέρος όσο και με τους λίγους φίλους που βλέπεις όταν είσαι εκεί. Τη λατρεύω αυτή την οικειότητα. Παλιά πιανόμασταν, αγκαλιαζόμασταν, κολυμπάγαμε όλοι μαζί και κάναμε πατητές και παίζαμε, βγάζαμε τα μαγιό μας με άνεση, ..., έτσι και τώρα με τις πιζάμες μας, τις παντόφλες μας, ξάπλα στο καναπέ μπροστά στο τζάκι, τίποτα να κρύψεις. Ίδια και η οικειότητα στα σπίτια μας, σιγά μην φτιάξω καφέ στον Κωστή, μόνος του θα το κάνει, ξέρει το σπίτι μου όσο και το δικό του.

Αυτό το Σαββατοκύριακο που ήμασταν εκεί, κάναμε επισκόπηση της κατάστασης της παλιάς παρέας, τα ήπιαμε όπως παλιά, χουζουρέψαμε στο τζάκι και νόμιζα ότι δεν πέρασε μια μέρα.

Να έρθετε στην Αίγινα, όλοι οι φίλοι καλεσμένοι μας. Είναι μεγάλη η παρέα εκεί, πολλά τα σπίτια, πολλά τα εξοχικά, όλοι θα βολευτούμε.

Σήμερα δεν έχει δικιά μου συνταγή, θα σας γράψω μία που μου έστειλε ο Μιχάλης, που την έφτιαξε του άρεσε πολύ και μου την έστειλε για να την ανεβάσω.

Ψάρι με σάλτσα κάρυ

1 κιλό φιλέτο (σολομός, μπακαλιάρος, κολιός, κ.α.)
2 ½ φλιτζάνια γάλα
αλάτι, πιπέρι
½ κουταλάκι του γλυκού πιπέρι καγιέν
5 κουταλιές της σούπας γαλέτα
4 κουταλιές της σούπας βούτυρο
¼ του φλιτζανιού κάρυ
2 κουταλιές της σούπας αλεύρι
3 κουταλιές της σούπας ψιλοκομμένος φρέσκος κόλιανδρος ή μαϊντανός
2-3 κουταλιές της σούπας χυμό λεμόνι

Ανάβουμε το γκρίλ και προθερμαίνουμε το φούρνο στη μέγιστη θερμοκρασία. Σε ένα μπολ ανακατεύουμε το γάλα με το αλάτι και τα 2 πιπέρια και σε αυτό το μίγμα μαρινάρουμε για 15-20 λεπτά τα φιλέτα μας. Μετά τα στραγγίζουμε και τα πανάρουμε με την γαλέτα. Απλώνουμε σε ένα ρηχό ταψί αλουμινόχαρτο και απλώνουμε τα παναρισμένα φιλέτα. Βάζουμε στο ταψί τις 2 κουταλιές της σούπας βούτυρο και ψήνουμε τα ψάρια για 15 λεπτά στο γκριλ. Ζεσταίνουμε σε κατσαρόλα το γάλα, αλλά δεν το βράζουμε.. Σε άλλη κατσαρολίτσα λιώνουμε καλά το υπόλοιπο βούτυρο και όταν κάνει φυσαλίδες ρίχνουμε το κάρυ. Ανακατεύουμε και προσθέτουμε το αλεύρι. Το αφήνουμε 1-2 λεπτά να φουσκώσει λιγάκι και να τηγανισθεί και αφού αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά, ρίχνουμε το ζεστό γάλα ανακατεύοντας συνεχώς μέχρι να πήξει Το ξαναβάζουμε για λίγο πάνω σε μέτρια φωτιά να δέσει καλά η σάλτσα και να γίνει παχύρρευστη. Στο τέλος προσθέτουμε το λεμόνι και το μαϊντανό. Σερβίρουμε το ψάρι και το περιχύνουμε με την σάλτσα. Ο Μιχάλης το σέρβιρε με ρύζι και απ΄ ότι κατάλαβα του άρεσε πάρα πολύ.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Τα αρκούδια

Ο Άγιος Βαλεντίνος είναι στη πόρτα μας. Αύριο η μεγάλη γιορτή του και όλο το σύμπαν προετοιμάζετε.

Και καλά κάνει και προετοιμάζετε! Δεν θα γκρινιάξω σήμερα λέγοντάς σας πόσο χαζή είναι αυτή η γιορτή, ούτε θα σας πω ότι δεν είναι ελληνικό έθιμο και αυτά τα γνωστά. Θέλετε εσείς να χαρείτε τον ερωτά σας, με λουλούδια, καλά κάνετε! Θέλετε σοκολατάκια σε κόκκινες βελούδινες θήκες σε σχήμα καρδούλας, καλά ξανακάνετε. Θέλετε ρομαντικά τετ-α-τετ σε ρεστοράν με μυστήρια μενού, όπου υπό κανονικές συνθήκες όχι απλά δεν θα τα τρώγατε, ούτε από απέξω δεν θα περνάγατε, και πάλι καλά κάνετε και θέλετε, και οφείλω να πω ότι τα θέλω του ανθρώπου είναι πολύ σημαντικά ανεξάρτητα της γενεσιουργού αιτίας.

Μία όμως απορία την έχω, ο άνθρωπας! Τι σχέση έχουν τα σκατοαρκούδια με όλη αυτή τη φιέστα!!! Να δεχτώ ότι τα μικρά λούτρινα αρκουδάκια είναι χαριτωμένα και «γουτσου-γουτσου» για τα 5-χρονα, άντε για τα 9-χρονα κοριτσάκια. Για ένα 40-αρη μαντράχαλο, που λαμβάνει δώρο-δείγμα έρωτα και πάθους, ένα αρκούδι, όχι πείτε μου, τι συμβολίζει και γιατί είναι χαρούμενος!! Ομοίως, γιατί μία τυπική κοπέλα, με το μυαλό της στη θέση του, με τη δουλίτσα της, με τις υποχρεώσεις της, με τις έγνοιες της, γιατί μα γιατί, περιμένει το αρκούδι, ή ακόμα χειρότερα γιατί αγοράζει αρκούδι;; δεν φτάνει που αυτή τη συγκεκριμένη μέρα μάλλον θα σου βγει ο έρωτας από τη μύτη, γιατί και στο μποτιλιάρισμα θα πήξεις και όλα αυτά θα τα πληρώσεις χρυσά, πρέπει να φας και τα αρκούδια στη μάπα.

Και καλά, τα παίρνεις και τα δίνεις τα αρκούδια, που για την συγκεκριμένη μέρα βγαίνουν σε διάφορες βερσιόν, με καρδούλες ντυμένα στα ροζ και στα κόκκινα, με ταμπελίτσες που γράφουν «είσαι η ζουζουνομουσουδίτσα μου!» και άλλα τέτοια χαζά, τι στο καλό τα κάνεις;;;; υποθέτω ότι τα ζευγάρια που τέλος πάντων γιορτάζουν με αυτόν τον τρόπο, έχουν κάπου στο σπίτι τους, ένα κρυφό ντουλάπι ο κάθε ένας που έχει μέσα όλα τα γουτσου γουτσου αρκούδια των τελευταίων 20 ετών!

Άσε που αν τα έρημα τα ζώα αντιλαμβανόντουσαν τον εξευτελισμό που βιώνουν αυτή τη μέρα, θα αυτοκτονούσαν ομαδικά. Εκεί πάνω στον Αρκτούρο, οι αρκούδες θα βαράγανε το κεφάλι τους πάνω στα βράχια μέχρι θανάτου, αν μπορούσαν να καταλάβουν ότι από άγρια μέλη του ζωικού βασιλείου, γίνονται γελοίο σύμβολο έκφρασης παλιμπεδισμού ενηλίκων.

Από την άλλη όσο δεν μπορώ να φανταστώ τον πατέρα μου, να αγοράζει κάτι τέτοιο και να το προσφέρει στη μάνα μου, μου πέφτει βαριά η εικόνα ενός φίλου μου, που επειδή θέλει να ξαπλώσει ένα 20-χρονο, με ή χωρίς ντεκαπάζ δεν έχει σημασία, ζώνετε τα αρκούδια και πάει στο ονειρεμένο ραντεβού!

Αν θέλετε λοιπόν, που μάλλον θέλετε, να γιορτάσετε την ημέρα, κάντε ένα ιδιαίτερο δώρο στον/στην σύντροφο σας. Ετοιμάστε του ένα δείπνο για δύο (χωρίς αρκούδια έτσι), έτσι όπως το έχω περιγράψει σε περσινή ανάρτηση με τίτλο Δύο (στις 6 Μαΐου).

Για σήμερα έχω άλλη μία μακαρονάδα, που για τους τεμπέληδες δεν θέλουν να κάνουν τα περίπλοκα, μπορεί να λειτουργήσει και ωραιότατο μενού για το δείπνο του Αγίου Βαλεντίνου.

Σπαγγέτι με Σολομό

1 πακέτο σπαγγέτι βρασμένα στο δόντι (αλ ντεντε, ντε!!)
3 φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα, κυρίως το άσπρο μέρος και λίγο από το πράσινο
4 κουταλιές της σούπας άνηθος ψιλοκομμένος
4 κουταλιές της σούπας λάδι
2 κουταλιές της σούπας μουστάρδα
χυμό από ένα λεμόνι
ξύσμα από μισό λεμόνι
3 κουταλιές της σούπας κάπαρη ξεπλυμένη καλά να μην είναι πολύ αλμυρή
1/2 ποτήρι του κρασιού λευκό κρασί
200 γραμμάρια καπνιστός σολομός κομμένος σε λωρίδες

Βράζετε τα μακαρόνια. Σε μεγάλο τηγάνι σοτάρετε τα ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια με το λάδι σε χαμηλή θερμοκρασία μέχρι να μαλακώσουν. Τα σβήνετε με το κρασί και προσθέτετε τον μισό άνηθο, την κάπαρη, τη μουστάρδα, το λεμόνι, το ξύσμα και αρκετό πιπέρι. Τα μαγειρεύετε λίγο σε χαμηλή φωτιά να δέσουν, και προσθέτετε τα βρασμένα μακαρόνια. Σβήνετε την φωτιά και βάζετε τελευταίο το σολομό με τον υπόλοιπο άνηθο. Ανακατεύετε καλά να δέσουν τα υλικά και σερβίρετε. Σε αυτή τη συνταγή ο καπνιστός σολομός δεν μαγειρεύετε απ’ ότι καταλάβατε. Η γνώμη μου είναι ότι ο καπνιστός σολομός, χάνει και την ιδιαίτερή του γεύση και γίνετε αλμυρός όταν ζεσταθεί. Προτιμώ λοιπόν να τον βάζω στο τέλος, ώστε να μείνει ατόφια η γεύση του.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Φεύγω

Φεύγω και αφήνω πίσω μου συντρίμιαααααα.....

Πάω Ρουμανία, κάνει κρύο εκεί, μηδέν βαθμοί! και χιόνια λέει, αλλά τί να κάνουμε έχω να πάω από πρίν τα Χριστούγεννα.

Τα λέμε τη Παρασκευή.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Εχω θέμα

Αγαπητοί μου έχω θέμα! Το ερώτημα είναι θεμελιώδες και ταλανίζει τους Έλληνες για να μην πω τα Ελληνικά Νοικοκυριά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Είναι δυνατόν μία φιλική σχέση να εξελιχθεί σε ερωτική; Και είναι δυνατόν να δημιουργήσεις μία σωστή σχέση μέσα στην εργασία σου;

Όχι πείτε μου τώρα, δεν είναι αυτά ζητήματα θεμελιώδη;;

Έχεις που λένε μία μακροχρόνια και γερή φιλική σχέση, είστε ρε παιδάκι μου φίλοι από τα μικράτα σας, είναι προφανές ότι σε κάποια – νεανική μάλλον - φάση της ζωής σου απέρριψες τη πιθανότητα να δημιουργήσεις σχέση με αυτόν (τον περί ου ο λόγος) άνθρωπο γιατί τότε δεν σου άρεσε, λέμε τώρα! Έτσι γίνατε φίλοι.

Με το πέρας όμως του χρόνου, αλλάζεις και εσύ και ο «περί ου», είναι δυνατόν λοιπόν να ανοίξεις τα στραβά σου και να τον δεις αλλέως πως; Και πες ότι τα στραβά σου τα ανοίγεις, τι γίνετε με όλες εκείνες τις μαλακίες «μα θα χαλάσω μία τόσο ωραία φιλία», «θα βάλω σε κίνδυνο τη σχέση μας» και τα άλλα που αναφέρονται στο κοσμοπόλιταν σελίδα 23.

Παρόμοια είναι και η κατάσταση στη δουλειά. Λέγετε ότι στη δουλειά δεν κάνεις σχέσεις γιατί βάζεις σε κίνδυνο και τη δουλειά και τη σχέση. Εγώ τώρα αυτά δεν μπορώ να τα καταλάβω, καθώς είμαι μπούφος, αλλά αν έχετε τίποτις σοβαρά επιχειρήματα να μου πείτε, εδώ είμαι.

Προσωπικά πιστεύω ότι για να πετύχει μία σχέση πρέπει πρωτίστως οι άνθρωποι να ταιριάζουν, να έχουν κοινά ενδιαφέροντα, βιόρυθμους, αξίες και στόχους. Όλα τα άλλα έρχονται και η καύλα και η ντάγκλα, και τα λοιπά ακατανόητα που συνήθως αναφέρονται στον έρωτα. Τι καλύτερο λοιπόν από ένα φίλο με τον οποίο σίγουρα έχεις πολλά, πάρα πολλά κοινά, αλλιώς δεν μπορείς να είστε φίλοι. Τώρα γιατί σώνει και ντε αυτή η σχέση θα χαλάσει, και μαζί της θα καταστρέψει την υποτιθέμενη ονειρεμένη φιλία, αυτό δεν καταλαβαίνω. Αλλά ακόμα και αν χαλάσει, γιατί στο φινάλε δεν κάνετε καλό κρεβάτι, βρε αδελφέ, αυτό γιατί υποχρεωτικά σημαίνει "λήξης φιλίας";

Καλά το άλλο με τη δουλειά δεν μπορώ να το καταλάβω με τίποτα. Δηλαδή αν γίνει μία σχέση στο χώρο εργασίας, αυτό σημαίνει υποχρεωτικά φράξια εναντίων της εταιρίας; Ή ότι παύουμε να δουλεύουμε γιατί όλη τη μέρα τριβόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο, στους διαδρόμους, ή ότι θα βαρεθούμε γρήγορα γιατί θα βλεπόμαστε όλη την ημέρα; Ειλικρινά, δεν το καταλαβαίνω.

Μάλλον ζαβά είμαστε όλοι μας, και ψάχνουμε να βρούμε λόγους να μην ερωτευόμαστε!!! Ξέρω μάλιστα κάποιους που το παραδέχονται, φοβούνται να ερωτευτούν για να μην πληγωθούν! Έτσι όπως όταν ήμασταν μικρά δεν μας έβγαζαν έξω στην ύπαιθρο για να μην γρατσουνίσουμε τα πόδια μας, με αποτέλεσμα 40-χρονών μαντράχαλοι να νομίζουμε ότι το γρασίδι είναι μπλε ελεκτρίκ. Έτσι χωρίς πειραματισμό στον έρωτα, θα πιστέψουμε στο τέλος ότι ο καλύτερος εραστής που υπάρχει είναι ο εαυτός μας, και ότι τα διπλά κρεβάτια δημιουργήθηκαν για να γεμίζουν τις μεγάλες κρεβατοκάμαρες.

Λοιπόν αυτά για σήμερα, να σας γράψω και μία ωραιότατη μακαρονάδα που μου την έχει πει μία φίλη Ιταλίδα πολλά χρόνια πριν.

Μακαρόνια με σκόρδο και τοματίνια

1 πακέτο μακαρόνια της αρεσκείας σας, βρασμένα όσο λεει το κουτί (δευτερόλεπτο παραπάνω, λιγότερο ίσως)
μπόλικο λάδι – αν έχετε λάδι αρωματισμένο με βασιλικό που σας είχα συμβουλεύσει να φτιάξετε ακόμα καλύτερα
3 σκελίδες σκόρδο ολόκληρες – ώστε να τις βγάλετε όταν αρωματίσουν αρκετά το λάδι, αν όμως δεν έχετε πρόβλημα με το σκόρδο να τις λιώσετε και να τις αφήσετε μέσα όπως στα σκορδομακάρονα
½ κιλό ντοματίνια, μικρά ολόκληρα, πλυμένα και τρυπημένα κανά δυο φορές το κάθε ένα με ένα πιρούνι
Φύλα φρέσκου βασιλικού, όσα θέλετε
1 μικρή καυτερή πιπερίτσα κομμένη σε μικρά κομματάκια, απαραίτητα ξεσποριασμένη. Αν δεν σας πολύ αρέσουν τα καυτερά μην τη βάλετε
Μπόλικη παρμεζάνα τριμμένη

Σε μία κατσαρόλα βράζετε τα μακαρόνια. Σε άλλη κατσαρόλα βάζετε το λάδι να κάψει και σοτάρετε σε αυτό τις σκελίδες του σκόρδου να δώσουν το άρωμά τους, μετά τις βγάζετε, εκτός αν είστε του σκόρδου οπότε το έχετε λιώσει και το αφήνετε κανονικά. Προσθέτετε και την πιπερίτσα και την αφήνετε λιγάκι να τηγανιστεί και αυτή. Όταν το λάδι έχει κάψει πολύ προσθέτετε τα τοματίνια που μόλις πέσουν στο καυτό λάδι, σκανε και βγάζουν όλα τους τα ζουμιά. Τα μαγειρεύετε κανα πεντάλεπτο, όχι όμως παραπάνω ώστε η ντομάτα να μείνει ζουμερή και ζωντανή. Βάζετε τα βρασμένα και σουρωμένα μακαρόνια μέσα στη ντομάτα, και προσθέτετε τα φύλα βασιλικού και την παρμεζάνα. Τα ανακατεύετε πολύ καλά να πάει παντού το τυρί και ο βασιλικός. Σερβίρετε αμέσως ζεστό και αχνιστό. Πολύ εύκολη μακαρονάδα για ένα βράδυ μπρος στη ρημάδα τη ΤΙΒΙ.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Ο κάθε πικραμένος

Αυτή η χώρα τελικά κατοικείται από πολλούς κομπλεξικούς ανθρώπους. Πως αλλιώς μπορώ να χαρακτηρίσω τον κάθε πικραμένο που έχει άποψη επί παντός επιστητού. Μάλλον το λεω στραβά, είναι λογικό όλοι μας να έχουμε απόψεις και καλά κάνουμε να τις έχουμε και να τις λέμε. Δεν είναι η άποψη του καθενός λοιπόν που με ενοχλεί, είναι η εντύπωσή του, ότι επειδή έχει διαβάσει 2-3 φυλλάδες, έχει ακούσει και την επίσημη γραμμή του κόμματός του, του έχει πει και ο ξάδερφος Αστέριος 2 μαλακίες, τσούπ γίνετε μεγάλος γνώστης όλων των θεμάτων!

Έτσι, ανάλογα με την εποχή, έχουμε γεμίσει με γεωργοοικονομολόγους που γνωρίζουν το αγροτικό, με τρομοκρατο-λόγους που ξέρουν τα πάντα για την τρομοκρατία, με γιατρούς που γνωρίζουν απ’ έξω τον ιό «κοξάκι» και τις πιθανές επιπτώσεις της γρίπης των πτηνών σε θεία Μαριγούλα, με συνταγματολόγους που γνωρίζουν σε βάθος ότι η άποψη του Συμβουλίου της Επικρατείας για το γήπεδο είναι λάθος, και άλλα τέτοια τραγελαφικά. Οι περισσότεροι δε από εμάς, είμαστε πολύ άσχετοι με το ζήτημα για το οποίο μιλάμε για να μην πω αγράμματοι και απαίδευτοι.

Χτες βράδυ μπήκα σε site γνωστής πρωινής εφημερίδας, που δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες της να πουν τη γνώμη τους για διάφορα θέματα, και βέβαια το χτεσινό θέμα ήταν η Ολυμπιακή. Μιλάμε για το χαμό, με διάφορους μπουρδολόγους να λένε ότι τους κατέβει για τα πάντα, από την ασφάλεια του πτητικού της έργου, μέχρι για τον μισθό της αεροσυνοδού, και από το πόσο κοστίζει στο φορολογούμενο, μέχρι το τι πρέπει να γίνει για να μην φαλιρίσει. Και βέβαια να μαλώνουν μεταξύ τους, και να βρίζονται, και άλλα τέτοια κόσμια. Εκεί λοιπόν που το χάζευα, μου δημιουργήθηκε η απορία που στο καλό τα ξέρουν όλα αυτά που λένε, με τι στοιχεία μιλάνε για μισθούς και business plans, και στο φινάλε που στο καλό βρίσκουν το χρόνο όλοι αυτοί να γράφουν και να ξαναγράφουν σε τέτοια sites. Εγώ δυσκολεύομαι αφάνταστα να βρω τη μισή ώρα που θέλω την ημέρα να γράφω αυτό το κείμενο, αλλά μάλλον κάτι κάνω λάθος. Τέλος πάντων.

Μία δεύτερη απορία που μου δημιουργήθηκε είναι αυτή της περίφημης κοινωνικής συνοχής. Που στο καλό βρίσκετε αυτή η κυρία και μας κρύβετε;; που στο καλό είναι το ενδιαφέρον μας για τον διπλανό μας «υπάλληλο»; Γιατί είναι σαφές, για εμένα ότι είμαστε όλοι υπάλληλοι. Να καταλάβω ότι μπορεί να μας χαλάνε μία σειρά από πράγματα κυρίως στο δημόσιο τομέα, και εμένα άλλωστε μου τη δίνει αυτή η κατάσταση, αλλά από το σημείο του «πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα» στο «να απολυθούν όλοι τους και να πάνε σπίτια τους», υπάρχει τεράστια διαφορά. Και να δεχτώ ότι πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ότι αν «απολυθούν όλοι» και πάνε σπίτι τους, όλους θα μας φαει η μαύρη μαρμάγκα, αλλά ότι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι σήμερα είσαι εσύ και αύριο εγώ, αυτό μου πέφτει βαρύ!! Και ότι όπως εσύ μιλάς έτσι για τους υπαλλήλους της ολυμπιακής, έτσι και κάποιοι άλλοι μιλάνε αντίστοιχα για εσένα;

Θυμάμαι μία συζήτηση που έκανα παλιά με ένα συνάδελφο, με θεωρητικά «αριστερές» πεποιθήσεις, που φώναζε και γκρίνιαζε για την κατάντια στα σχολεία και τους δασκάλους που δεν πληρώνονται και άρα δεν αποδίδουν, αλλά όταν ήρθε η ώρα της μεγάλης απεργίας των δασκάλων που του χάλασε τη βολή γιατί «τι να τα κάνω τα παιδιά;;;» τα είχε βάλει μαζί τους και έλεγε ότι πολύ κράτησε η απεργία και δεν έχουν δίκιο. Το ίδιο συμβαίνει με όλες τις απεργίες, βγαίνει η κυβέρνηση και μας παρουσιάζει τους απεργούντες «ρετιρέ», ζάπλουτους με φεράρι υπαλλήλους, και επειδή ψιλοχαλάει η ζαχαρένια μας με την αντίδραση τους, ξεχνάμε ότι είμαστε όλοι αλληλένδετα μέλη του ίδιου κοινωνικού ιστού, και έτσι αρχίζουμε μεγαλοπρεπέστατα μπινελίκια και βέβαια αποκτούμε και «άποψη».

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλες οι απεργίες και όλες οι αντιδράσεις είναι δικαιολογημένες, είμαι όμως μέγας οπαδός του μέτρου (με εξαίρεση τη μαγειρική, εκεί δεν υπάρχει μέτρο!), που δεν ξέρω αν έχει χαθεί, γιατί δεν νομίζω ότι υπήρχε και ποτέ.

Για την Ολυμπιακή δεν ξέρω τι συμβαίνει, δεν πιστεύω και κανένα άλλωστε. Ξέρω όμως ότι με έχει εξυπηρετήσει άπειρες φορές (μην ξεχνάτε ότι για πολλά χρόνια έκανα ένα ταξίδι τη βδομάδα) και με έχει εκνευρίσει εξίσου άπειρες φορές. Ξέρω επίσης ότι οι υπάλληλοι της ολυμπιακής δεν είναι «πλούσιοι»!!! Έλεος επιτέλους με αυτή τη μαλακία. Αν ήταν έτσι η Ελλάδα θα ήταν χώρα πλουσίων, μία με τους ναυτεργάτες, μία με τους αγρότες, μία με τον ένα μία με τον άλλο. Εγώ παιδιά δεν ξέρω κανένα, μα κανένα, πλούσιο. Ξέρω ανθρώπους «τακτοποιημένους» που λένε. Έχω φίλους και συγγενείς που δουλεύουν και δούλευαν στην εταιρία, και μόνο πλούσιοι δεν είναι. Ίσως πιο «τακτοποιημένοι» από άλλους, ίσως πιο ευνοημένοι, αλλά όχι και πλούσιοι, και τέλος πάντων όχι άξιοι για απόλυση! Και όλα όσα λέγονται σε αυτά τα forum, από άσχετα ανθρωπάκια, τα βλέπω ως κομπλεξικές συμπεριφορές του κάθε πικραμένου!!

Για τη Κυριακή το μεσημέρι, χρειάζεστε ένα ζεστό, χουχουλιάρικο φαγάκι, να ταΐσετε την οικογένεια. Έτσι λοιπόν το μενού έχει ....

Γιουβαρλάκια αυγολέμονο

½ κιλό μοσχαρίσιο κιμά
1 φλιτζάνι ρύζι καρολίνα
3 αυγά
½ φλιτζάνι φρέσκα μυρωδικά ψιλοκομμένα (περισσότερο μαϊντανό, λιγότερο άνηθο, λίγο δυόσμο, λίγη ρίγανη, ότι έχετε τέλος πάντων, αν δεν έχετε φρέσκα τότε βάλτε 3 κουταλιές της σούπας ανάμικτα ξερά μυρωδικά)
Λάδι, αλάτι, πιπέρι
Αλεύρι για να τα αλευρώσετε
3 καρότα
χυμό από 1 λεμόνι

Πλάθετε τον κιμά, με το μισό ρύζι (ωμό) , τα μυρωδικά, το αλάτι και το πιπέρι και το ασπράδι από 1 αυγό και ελάχιστο λάδι. Αφού τον ζυμώσετε πολύ καλά τον πλάθετε σε μικρά μπαλάκια. Μη τα κάνετε πολύ μεγάλα, δεν ψήνονται καλά και δεν γίνονται νόστιμα Βάλτε τα για μία ώρα στο ψυγείο να «δέσουν». Τα βγάζετε από το ψυγείο και τα αλευρώνετε καλά, αλλά τα τινάζετε ώστε όταν θα μπουν στην κατσαρόλα να μην έχουν τόνους αλεύρι πάνω και λασπώσουν. Βράζετε σε μεγάλη κατσαρόλα 1 ½ λίτρο νερό (6 ποτήρια), όσο κοχλάζει το νερό, ρίχνετε με ένα κουτάλι και σιγά σιγά να μην πιστιλιστείτε και καείτε, τα γιουβαρλάκια. Βάζετε και τα καρότα κομμένα σε ροδέλες και το υπόλοιπο ρύζι. Αλατοπιπερώνετε δεόντως και ρίχνετε και λίγο λαδάκι. Θέλουν περίπου μισή ώρα βράσιμο σε χαμηλή φωτιά. Ίσως να χρειαστούν λίγο ακόμα νεράκι, αλλά μην τα κάνετε και σούπα! Όταν γίνουν τα αυγοκόβετε με το τα 2 αυγά και τον ένα κρόκο, με τον γνωστό τρόπο. Αν θέλετε τα πασπαλίζετε στο τέλος με φρέσκο άνηθο. Ανάλογα με τις ορέξεις σας μπορείτε να βάλετε παραπάνω λεμόνι στο αυγολέμονο.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Με χαλάνε ...

Είναι πολλά πράγματα που με χαλάνε, αλλά μέχρι σήμερα πίστευα ότι με χαλάει περισσότερο η φέτα στο τραπέζι. Τελικά είχα λάθος, με χαλάει το ελληνικό δημόσιο!

Είμαι από τους τυχερούς που έχω φτιάξει τη ζωή μου με τέτοιον τρόπο ώστε να μην είμαι υποχρεωμένη να έρχομαι σε επαφή με το Ελληνικό Δημόσιο. Την φορολογική μου δήλωση την κάνω εδώ και χρόνια ηλεκτρονικά, όλες μου οι επαφές με τις τράπεζες γίνονται ηλεκτρονικά, οι λογαριασμού μου εξοφλούνται αυτόματα, είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος!!

Μέχρι που χτες αποφάσισα να κάνω αίτηση μεταδημότευσης, γιατί μιας και 5 χρόνια αγόρασα σπίτι στον Γέρακα, κατοικώ εκεί, θέλω να έχω γνώμη για το τι και πως του δήμου που κατοικώ. Χώρια που ως δημότης μπορώ να χρησιμοποιώ και τις δημοτικές υπηρεσίες, όπως τα γυμναστήρια, τα δημοτικά ιατρεία, τα μαθήματα χορού κλπ, που στο φινάλε με τους δικούς μου δημοτικούς φόρους πραγματοποιούνται.

Τώρα θα μου πείτε τα θέλει ο κώλος μου, και θα συμφωνήσω μαζί σας, αλλά που και που, όλους τους ανθρώπους τους πιάνει μία τάση μαζοχισμού. Είναι το σύνδρομο αυτοκαταστροφής. Έτσι και εγώ είπα, υπάρχουν τα ΚΕΠ, δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο, να πάρω ένα τηλέφωνο να μου πουν οι άνθρωποι.

Μου λένε λοιπόν να τους πάω φωτοαντίγραφα των εκκαθαριστικών του 2007 και 2008 και μια ΔΕΗ. Όλα τα άλλα τα κάνουμε εμείς! Τι ωραία, σκέφτηκα, πολιτισμός! Γίναμε Ευρώπη, που λένε και οι παλιοί.

Οι φορολογικές μου δηλώσεις γίνονται ηλεκτρονικά εδώ και χρόνια. Δεν σου δίνουν όμως τη δυνατότητα να δηλώσεις τη νέα σου διεύθυνση, πρέπει να πας αυτοπροσώπως στην εφορία, να χάσεις μία εργάσιμη μέρα, να γίνουν τα νεύρα σου τσατάλια για να δηλώσεις ότι μετακόμισες. Επιπλέον δεν είναι υποχρεωτικό να το κάνεις! Στο βαθμό που έχει λύσει το πρόβλημα της ταχυδρόμησης των εντύπων μπορείς να είσαι γραμμένος όπου θες. Έτσι και εγώ δεν μπήκα στον κόπο να κάνω αυτή την αλλαγή, μέχρι φέτος το καλοκαίρι, που αποφάσισα ότι δικαιούμαι να το κάνω και ηλεκτρονικά. Μπήκα στο site βρήκα μία ηλεκτρονική αίτηση, τους την έστειλα με Φαξ και τους πήρα και τηλέφωνο να τους το πω. Εκεί βέβαια μου είπαν τρελά ότι πρέπει να την πάω ιδιοχείρως, έβαλα και λίγο τις φωνές ότι ο «φορολογικός οδηγός του πολίτη» λεει ότι μπορεί να σταλεί και με φαξ και να μην μου λένε τρελά. Στο τέλος το δέχτηκαν και έγινε η αλλαγή. Έβγαλα και ένα πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, που έχει την νέα μου διεύθυνση και όλα ωραία και καλά.

Πάω λοιπόν στο ΚΕΠ να κάνω την αίτηση. Δίνω τα εκκαθαριστικά που όμως έχουν τη παλιά διεύθυνση, δίνω και τη φορολογική ενημερότητα και τους εξηγώ, μπλα μπλά ... Με βλέμμα ροφού με ρωτάει: «Έψιλον 1 έχετε;», μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα, ..., «για να έχω εκκαθαριστικό, έχω και Ε1 βέβαια!», «Έχει την παλιά σας διεύθυνση;». Τώρα κανονικά θα έπρεπε να τα μαζέψω να φύγω, μιας και ήταν ολοφάνερο ότι η συζήτηση θα με οδηγούσε στο εγκεφαλικό, αλλά κάθισα και εξήγησα, ξανά και ξανά την ιστορία με τα εκκαθαριστικά, ότι έχω δεκάδες άλλα χαρτιά που πιστοποιούν την κατοικία μου και τέλος πάντων, δεν είναι δυνατόν να πρέπει ένας άνθρωπος να είναι κάτοικος μίας περιοχής για τουλάχιστον 2 χρόνια ώστε να του επιτραπεί να γίνει δημότης στο δήμο κατοικίας του. Εκεί μου είπαν ότι αυτές τις εντολές έχουνε και δεν μπορούνε να κάνουν κάτι άλλο γιατί ως γνωστόν δεν είναι εκεί για να σκέφτονται αλλά για να εκτελούν.

Το δέχτηκα, τι φταινε άλλωστε τα κοριτσάκια, με το μυαλό ραδικιού, και ξεκίνησα να πάω στο Δήμο, ελπίζοντας ότι εκεί θα με καταλάβαιναν καλύτερα.

Μία από τα ίδια με την κυρία εκεί, οι ίδιες ερωτοαπαντήσεις, λίγο πιο αγενής συμπεριφορά βέβαια, και στο τέλος μου λεει, η γκουρού της δημόσιας διοίκησης, ότι η μεταγραφή είναι δύσκολη δουλειά και δεν μπορεί να γίνετε όποτε σας καπνίσει εσάς και αποφασίζετε να μετακομίζετε από το ένα μέρος στο άλλο! Κάγκελο εγώ!

Γιατί απ’ ότι καταλαβαίνετε δεν έχουμε δικαίωμα να μετακομίζουμε και να ζητάμε να είμαστε δημότες στο δήμο που κατοικούμε για να μην βάλουμε τους 1 εκατομμύριο περίπου δημόσιους υπάλλήλους που έχουμε να δουλέψουν! Είναι λίγοι βλέπετε και δεν προλαβαίνουν τόση δουλειά. Για να μην πω για όλα τα άλλα τα γνωστά, που εμείς τους πληρώνουμε να μας εξυπηρετούν, και γενικά αυτά που λεμε εμείς οι 2ης κατηγορίας πολίτες που δεν είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι.

Όταν διηγήθηκα την ιστορία στον πατέρα μου, 70 χρονών άνθρωπο δηλαδή, που την έχει φαει με το κουτάλι τη αποδιοργάνωση αυτής της χώρας, μου είπε το εξής εξωφρενικό, ..., να ψάξουμε κανένα γνωστό, κανένα μέσο δηλαδή, να μας το κάνει, δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο!!! Σε αυτό το σημείο έχασα και τη λαλιά μου, σε λίγο θα μου πουν και να λαδώσω το μηχάνημα. Αλλά τι να κάνουν και αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν τόσα χρόνια ότι τίποτε δεν λειτουργεί σωστά σε αυτή τη χώρα, και ο μόνος τρόπος είναι ο «γνωστός».

Το άφησα το ζήτημα απ’ ότι καταλάβατε, και πολύ χρόνο έχασα και πολλές μέρες θέλω για να ηρεμήσω απ’ ότι άκουσα. Γιατί λοιπόν να το πάθω το εγκεφαλικό νέος άνθρωπος, δεν με θέλουν αυτοί δημότη μία, δεν ασχολούμαι μαζί τους δέκα. Αλλά μην τολμήσουν και μου στείλουν φυλλάδια στις εκλογές και γεμίσουν τι σπίτι μου χαρτούρα γιατί θα ... χαλάσω πολύ σοβαρά, σοβαρότερα απ’ όταν προσγειώνετε φέτα στο τραπέζι μου!!!

Σήμερα θα σας γράψω ένα νοστιμότατο και κατά συνέπεια βαριά παχυντικό και χολιστερηνούχο φαγάκι. Πως να το κάνουμε, χρειάζονται και αυτά.

Αρνάκι γεμιστό

1 μπούτι από αρνί, περίπου 1 ½ - 2 κιλά, ξεκοκαλισμένο (ζητήστε το από τον χασάπη σας)
1 μέτριο ξερό κρεμμύδι ψιλοκομμένο,
2 σκελίδες σκόρδο λιωμένες,
150 γραμμάρια φέτα ή καλύτερα μανούρι,
2 κουταλιές της σούπας δενδρολίβανο,
1 κουταλιά της σούπας ρίγανη
4 κουταλιές της σούπας μουστάρδα
αλάτι και πιπέρι

Παίρνετε το αρνάκι και το ανοίγετε πάνω στον πάγκο σας. Το αλατοπιπερώνετε καλά και το τρίβετε με τη ρίγανη και από τις δύο πλευρές. Σε ένα μπολάκι ανακατεύετε το μανούρι τριμμένο ή χοντροκομμένο με το κρεμμύδι το σκόρδο, και το μισό δενδρολίβανο. Απλώνετε το μίγμα αυτό στο κέντρο του κρέατος, το διπλώνετε και το δένετε σφιχτά με σπάγκο μαγειρικής. Αλείφετε με τη μουστάρδα και το υπόλοιπο δενδρολίβανο εξωτερικά το αρνί και το βάζετε σε ένα βαθύ ταψάκι και το σκεπάζετε με αλουμινόχαρτο. Καλό είναι να μην ακουμπάει το αλουμινόχαρτο στο κρέας, αν αυτό δεν γίνετε τότε τυλίχτε το πρώτα με μία λαδόκολλα και μετά σκεπάζετε το ταψί με αλουμινόχαρτο. Το ψήνετε στους 180 βαθμούς αέρα για 1 ώρα και 15 λεπτά τουλάχιστον, μετά βγάζετε το αλουμινόχαρτο και τη λαδόκολλα και το ψήνετε για μία ώρα ακόμα μέχρι να ψηθεί καλά. Δοκιμάστε το με ένα βουτυράτο πουρέ πατάτας και θα με θυμηθείτε!

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Βγαλμένα μέσα από τη ζωή είναι όλα ...

Πολλές φορές έχω δηλώσει τον ερωτά μου για την Κρήτη και για τους Κρητικούς ιδιαίτερα. Άνθρωποι έξω καρδιά, χαλαροί, με ιδιαίτερες απόψεις σε πολλά ζητήματα, από τη φούντα και την οπλοκατοχή, μέχρι του «αν δεν ήμασταν εμείς να βγάλουμε ένα Βενιζέλο, η Ελλάδα θα σταμάταγε στα Τέμπη».

Έχουν επίσης πολύ ξεχωριστές απόψεις για την φιλοξενία, στην οποία δίνουν μία άλλη διάσταση, και για την γενικότερη συμπεριφορά των Κρητικών μεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό, από το μπάχαλο που συνέβηκε στον Πειραιά χτες και προχτές, από το γεγονός ότι δεν τους δέχτηκε ο Υπουργός, από το ότι δεν πήραν τίποτα απολύτως σε αντίθεση με τους Θεσσαλούς ψηφοφόρους του κου Υπουργού και του Σουφλιά, ένα πράγμα τους πείραξε και μόνο, το ότι δεν είχαν την πρέπουσα φιλοξενία από τον Μαρκοτέτοιο και ότι δεν είναι δυνατόν να τους φέρεται έτσι ένας Κρητικός. Με άλλα λόγια, «μάλιστα κύριε να το φαμε το ξύλο μας, αλλά όχι από ένα Κρητικό!! «Που να του χαλάσει η Ρατσί και να μην ξαναφάει σταμναγκάαασι!!»

Τρελαίνομαι να τους βλέπω στην τηλεόραση, με τη τραγουδιστή λαλιά τους, με την ιδιάζουσα αίσθηση δικαίου και ελευθερίας που έχουν και που μόνο στην Κρήτη βρίσκεις. Τρελαίνομαι σας λεω!!

Αλλά και αυτός ο Μαρκοτέτοιος, που τον πήρε το μάτι μου στην ΤΙΒΙ να λεει καταπληκτικά πράγματα έχει πολύ πλάκα ο τύπος. Δεν ξέρω αν έχει καταλάβει τι θα πάθει έτσι και πατήσει στην Κρήτη να δει τον Ψηλορείτη, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Προς το παρόν, έχει απίστευτη πλάκα, ιδιαίτερα όταν περιγράφει τα τρακτέρ ... «δεν μπορώ να αφήσω αυτά τα γιγαντιαία μηχανήματα με την τεράστια πιρούνα μπροστά (β.λ. τρακτέρ) να οργώνουν την Πανεπιστημίου!». Ρε φίλε, μίας και δεν οργώνονται τα χωράφια, ας οργωθεί τουλάχιστον το Σύνταγμα, μπας και βγει κανα ραδίκι, και σώσουμε το ΑΕΠ!

Αλλά και το άλλο το φοβερό είχε πολύ πλάκα. Στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει γιατί την έπεσαν σε εκείνο τον έρημο τον ΓΑΠ (β.λ. Παπανδρέου), και τον ταράξανε στο δακρυγόνο, τι τραβάει ο άνθρωπος για την Φουκαριάρα την μάνα του!, έλεγε ότι δεν είχαν ειδοποιηθεί επισήμως για την παρουσία του. Και αν και τα μεγάφωνα το λέγανε και το ξαναλέγανε, τα «όργανα» δεν το πιστεύανε, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας «ψηλός» και ο κόσμος έτρεξε γύρω του, και έγινε μια αναμπουμπούλα και ένας κουρνιαχτός που θα έλεγε και ο τραμπάκουλας, και αυτός παρακολουθούσε από τον θάλαμο επιχειρήσεων (χωρίς αστεία .... τώρα πως παρακολουθούσε δηλαδή το αστροπελέκι; υπήρχε σύνδεση με κάμερες;;;; φρικαλέα πράγματα αν το σκεφτούμε σοβαρά!) και είδε τον ΓΑΠ να κλαιει με μαύρο δάκρυ, και νόμιζε ότι ήταν ο Ξανθόπουλος που μπάρκαρε για την αστραλία, αλλά μετά κατάλαβε ότι ήταν ο ΓΑΠ και εκεί έδωσε εντολή να μην τον δείρουνε, όπως όλους τους άλλους, και τώρα ζητάει να του πει τουλάχιστον ένα ευχαριστώ που δεν τον έδειρε, γιατί έτσι το έχουμε εμείς στην Κρήτη, δεν είμαστε αχάριστοι, αλλά τι περιμένεις από ένα Πελοποννήσιο, και αυτά!!

Ο δε ΓΑΠ, ούτε και κατάλαβε γιατί του την πέσανε, ήρθε και τουμπάνιασε ο άνθρωπος και ούτε να μιλήσει δεν μπορούσε, και άρχισε να αναρωτιέται ότι αν δεν ήταν ψηλός (γονίδια της φουκαριάρας Μις Αϊτνάχο βλέπετε, που ένα όνειρο έχει στη ζωή της να τον δει Πρωθυπουργό), αλλά χοντρός ωσάν τον Κωστάκη, θα του την πέφτανε;;; Άντε τώρα να του απαντήσεις του ανθρώπου, και να του εξηγήσεις, ότι ήταν μία παρεξήγηση. Σαν εκείνες τις παλιές, που ο κύριος Σημίτης βάραγε τα γεροντάκια, τι γεροντάκια δηλαδή συνομήλικοι του ήταν όλοι, αλλά αυτά δεν λέγονται...

Τώρα εγώ νομίζω ότι ο Κωστάκης είναι ολίγον τρομοκρατημένος, γιατί σου λεει, αντιπολίτευση θα γίνω σύντομα, λες να μου το κρατάει μανιάτικο ο ΓΑΠ και κάνω μία να βγω από τη Ραφήνα να πάω για ρακέτες και μου την πέσει και εμένα;;;

Εκείνο το παιδί ο Μαρκοτέτοιος βέβαια, ένα δίκιο το έχει, βλέπετε το άλλο το καλό παιδί ο Τσίπρας, είχε ειδοποιήσει, έρχομαι, να σταματήσουμε και εμείς να βαράμε, να καθαρίσουμε λίγο, να ρίξουμε και ένα αέρισμα στο αυθαίρετο, να μας βρει μαζεμένους. Όχι ακάλεστος, καλησπέρα σας! Αλλά ποιος περιμένεις να του μάθει τρόπους η κα Μάργκαρετ, που ούτε τον άνδρα της δεν κατάφερε να κρατήσει! Χώρια που όλα αυτά τα κάνουν οι οργανωμένοι οπαδοί του Πασοκ, για να ρίξουν την κυβέρνηση. Αυτό το τελευταίο είναι μέγα επιχείρημα, και μόνο ένας τέτοιος εγκέφαλος μπορεί να το συλλάβει. Η αντιπολίτευση, αντιπολιτεύεται!! Και μάλιστα βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους! Το έχετε δει πουθενά αλλού αυτό εσείς; σε άλλη πολιτισμένη χώρα! Γι΄ αυτό και εμείς βγαίνουμε και τους σαπίζουμε στο ξύλο, αυτούς και όποιους άλλους διαφωνούν μαζί μας. Προσωπικά εγώ βέβαια δεν τους έχω ικανούς στον Πασόκ να οργανώσουν κάτι τόσο μεγάλο, χώρια που οι αγρότες εδώ και χρόνια μόνο Πασοκ δεν είναι, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.

Με τούτα και με κείνα περνάνε οι μέρες μας στη μαγική μπουρδελία που ζούμε. Αν το σκεφτείτε πείτε μου σοβαρά σε ποια άλλη χώρα του κόσμου, πέφτει τόσο ξύλο, τόσο χημικό τους τελευταίους 2 μήνες; Από τον Δεκέμβριο, αυτά τα «όργανα» είναι σε θέση μάχης, μα με τους νεαρούς, μα με τους φοιτητές, μα με τις γριούλες που πάνε να σώσουν το παρκάκι, στην κυψέλη, μα με τους Κρητικούς, μα με τον πρόεδρο της εκλεγμένης αντιπολίτευσης, με όλους. Και έχουμε μέλλον μπροστά μας. Ένα μόνο να μου πείτε αγαπητέ κύριε Μαρκοτέτοιε μου, προμήθειες έχουμε;; παραγγείλαμε δακρυγόνα, πήραμε τα χημικούλια μας, μην ξεμείνουμε έτσι και εκτεθούμε ως χώρα!!

Τέλος τα αστεία, ώρα για φαγάκι. Μία υπέροχη μακαρονάδα σήμερα, πικάντικη και λαχταριστή.

Μακαρόνια με σάλτσα από λουκάνικο

2-3 μεγάλα λουκάνικα χωριάτικα
1 πακέτο μακαρόνια, ή καλύτερα παπαρδέλες, ή χυλοπίτες
250 γραμμάρια κιμά μοσχαρίσιο
1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη
½ ποτήρι κρασί λευκό
1 ½ φλιτζάνι τριμμένη ντομάτα
1 κουταλιά της σούπας πελτέ
λάδι
αλάτι, πιπέρι, 1 κουταλάκι ζάχαρη
1 κουταλάκι κύμινο
1 ξύλο κανέλας
1 φύλο δάφνης
Λίγο κεφαλοτύρι, ή Σαν Μιχάλη, ή άλλο σκληρό τυρί, κομμένο σε κύβους

Χαράσσετε τα λουκάνικα και με προσοχή αφαιρείτε το εξωτερικό τους περίβλημα, ώστε να πάρετε μόνο τη γέμιση. Με ένα πιρουνάκι, την διαλύετε λιγάκι ώστε να πάρετε κάτι σαν μισομαγειρεμένο κιμά.

Σοτάρετε το κρεμμύδι και το σκόρδο με το λάδι και μόλις γίνει διάφανο προσθέτετε τον φρέσκο κιμά και τον τσιγαρίζετε καλά μέχρι να διαλυθεί. Τότε προσθέτετε και την γέμιση από τα λουκάνικα και την τσιγαρίζετε καλά. Σβήνετε με το λευκό κρασί και το αφήνετε λίγα λεπτά να εξατμιστεί το αλκοόλ. Προσθέτετε την ντομάτα, τον πελτέ και τα υπόλοιπα μπαχαρικά και μαγειρεύετε σε μέτρια φωτιά για μισή ώρα περίπου, μέχρι να δέσει η σάλτσα. Στο τέλος αφού το αφαιρέσετε από την φωτιά ρίχνετε και το τυρί. Το σερβίρετε είτε πάνω από τα μακαρόνια είτε προσθέτετε στη σάλτσα τα μακαρόνια και τα ανακατεύετε καλά.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Άρχισαν τα δύσκολα

Την Πέμπτη είχαμε στη παρέα ένα τραγικό γεγονός. Αναπάντεχο. Ένας γονιός, αγαπημένος σε όλους μας, μας άφησε, ξαφνικά και απότομα. Τώρα όλα αυτά, με την ηλικία, την υγεία, τα συμπτώματα, αν υπήρχαν, είναι αδιάφορα. Η ουσία είναι, ότι ένα τηλέφωνο σου αλλάζει τη ζωή.

Δεν έχω το κουράγιο να γράψω για αυτό, και στο φινάλε δεν είναι και θέμα για συζήτηση, θέλω όμως να πω δυο πράγματα που συνειδητοποίησα λόγω του γεγονότος αυτού.

Πέμπτη βράδυ στο νοσοκομείο, ήμασταν μόνο οι κολλητοί, μεγάλη η αγωνία, μεγάλο το σοκ, τι να πεις; Υπάρχουν λόγια να παρηγορήσεις; Πως το χωνεύεις; Μεγάλη η αμηχανία. Πως πέρασαν αυτές οι ώρες;

Η κηδεία είναι πολύ βάρβαρη διαδικασία. Αυτή είναι η γνώμη μου. Είναι βέβαια μία κοινωνική υποχρέωση, δεν είμαστε μόνοι μας στη ζωή που λέει και η Λου. Να μαζευτούν όλοι οι φίλοι, να γίνει το τελετουργικό. Μιας και δεν είμαι της θρησκείας, όλο αυτό το βρίσκω ανούσιο. Να έχεις τον πόνο σου, να πρέπει να απαντάς σε ερωτήσεις, να πρέπει να κάνεις αυτό και εκείνο. Και βέβαια δεν είναι βάρβαρο μόνο για την οικογένεια, είναι για όλους, και για αυτούς που πάνε και αισθάνονται τεράστια αμηχανία, τι να πουν;;; Πρέπει όμως να γίνει.

Γεράσαμε. Ναι γεράσαμε. Το λεω καιρό τώρα, και με δουλεύουν οι πάντες. Μέχρι τώρα θάβαμε τους παππούδες μας, άντε και κανένα φίλο από τροχαίο, ή κανένα νέο γονιό από έμφραγμα. Περάσαμε όμως το κατώφλι και πλέον θάβουμε τους γονείς μας.

Δεν θα σας γράψω άλλα καταθλιπτικά. Σας έκανα και την καρδιά περιβόλι σίγουρα. Πάμε, ..., προχωράμε!

Το περασμένο Σάββατο ήμασταν στον Αποστόλη, του είχα υποσχεθεί γλυκό, και ψάχνοντας τι να φτιάξω, βρήκα μία πολύ ωραία συνταγή του Παρλιάρου, τούρτα σοκολάτα με σουμάδα. Η Σουμάδα είναι σαν τη λεμονάδα, αλλά με αμύγδαλα. Είναι ένα συμπυκνωμένο σιρόπι αμυγδάλου δηλαδή, πολύ γλυκό και υπέρ του δέοντος «θρεπτικό». Επίσης είναι το παραδοσιακό ποτό της Νισύρου, και έτσι είχα σπίτι ένα μπουκάλι που είχα πάρει το καλοκαίρι από το νησί, νομίζοντας ότι είναι αλκοολούχο! Από τη στιγμή που κατάλαβα ότι ήταν σιρόπι, το έβαλα σε ένα ράφι και περίμενα την στιγμή που θα το χρησιμοποιήσω σε κάποιο γλυκό. Η στιγμή αυτή ήταν το περασμένο Σάββατο!

Άρεσε πολύ αυτή η τούρτα και μου ζητήθηκε να ανεβάσω την συνταγή. Εδώ να σας πω ότι είναι πολύ εύκολη συνταγή, αλλά τα θέλει τα τσουμπλέκια της. Κατ’ αρχήν θέλει σουμάδα. Αν δεν έχετε ή δεν μπορείτε να βρείτε σουμάδα τότε υπάρχει πρόβλημα, ίσως να πρέπει να αυξήσετε λίγο την ποσότητα της κρέμας γάλακτος και να βάλετε εσάνς αμυγδάλου, ..., τι να σας πω, δεν ξέρω. Επίσης θέλει μία φόρμα με αποσπώμενο πάτο περίπου 25-27 εκατοστά διάμετρο, και ένα τσέρκι με 22 εκατοστά διάμετρο. Αυτό γιατί πρέπει το παντεσπάνι να έχει μικρότερη διάμετρο, και η μους σοκολάτας που θα πέσει από πάνω να το καλύψει όλο και στα πλαϊνά. Τώρα αν δεν έχετε αυτά τα 2 και απλά ψήσετε το παντεσπάνι σε ταψάκι και στο τέλος ρίξετε από πάνω την μους, θα έχετε ένα άλλο οπτικό αποτέλεσμα με μία βάση από παντεσπάνι και ένα μους σοκολάτας από πάνω. Τα υλικά του θα τα έχει μεν, αλλά το ίδιο δεν θα είναι.

Τούρτα σοκολάτας με σουμάδα

Για το παντεσπάνι
125 γραμμάρια σοκολάτα μπίτερ 70% κακάο
4 ασπράδια
3 κρόκοι
20 γραμμάρια αλεύρι
70 γραμμάρια βούτυρο
70 γραμμάρια ζάχαρη

για τη μους
300 γραμμάρια σοκολάτα κουβερτούρα (ή και μπίτερ 70% που είναι πιο άγλυκη)
200 γραμμάρια σουμάδα
300 γραμμάρια κρέμα γάλακτος 35% λιπαρά

Πρώτα φτιάχνετε το παντεσπάνι: Σε μπεν μαρί, ή φούρνο μικροκυμάτων λιώνετε την κουβερτούρα μαζί με το βούτυρο, και αφού ομογενοποιηθούν τα αφήνετε να κρυώσουν και να έρθουν σε χλιαρή θερμοκρασία (κάτω από 45 βαθμούς αν έχετε θερμόμετρο ζαχαροπλαστικής). Τότε προσθέτετε τους κρόκους και ανακατεύετε καλά. Στο εντωμεταξύ χτυπάτε τα ασπράδια με τη ζάχαρη σε μέτρια ταχύτητα στο μίξερ, μέχρι να γίνουν μία πολύ σφιχτή μαρέγκα. Σε χαμηλή ταχύτητα το μίξερ, θέλει αρκετή ώρα να γίνει καλή μαρέγκα. Με απαλές κινήσεις από κάτω προς τα πάνω ομογενοποιείτε το 1/3 της μαρέγκας στο μίγμα με την σοκολάτα και τα αυγά, προσθέτετε το αλεύρι και αφού το απορροφήσει, βάζετε και την υπόλοιπη μαρέγκα. Στο τέλος έχετε ένα πολύ αφράτο μίγμα. Αν έχετε ένα τσέρκι γύρω στα 22 εκατοστά διάμετρο, το τυλίγετε με αλουμινόχαρτο, ώστε να το κάνετε να έχει πάτο σαν ταψάκι και το ακουμπάτε πάνω σε μία λαμαρίνα φούρνου. Ρίχνετε το μίγμα, το ισιώνετε από πάνω και το ψήνετε για 15 λεπτά σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς. Μην το ψήσετε παραπάνω, ακόμα και αν σας φαίνετε ότι θέλει κι΄ άλλο. Θα φουσκώσει αρκετά, αλλά όταν θα το βγάλετε θα πέσει λίγο.

Για την μους: Ζεσταίνετε σε ένα κατσαρολάκι τη σουμάδα. Σε μπεν μαρί, ή φούρνο μικροκυμάτων, λιώνετε την κουβερτούρα, και λίγο πριν βράσει η σουμάδα την προσθέτετε στην λιωμένη σοκολάτα και ανακατεύετε καλά να ομογενοποιηθούν τα υλικά. Στο μίξερ χτυπάτε λίγο την κρέμα γάλακτος να φτιάξετε μια ελαφριά σαντιγί που όμως να είναι ρευστή σαν γιαούρτι, όχι πολύ σφιχτή δηλαδή. Όταν κρυώσει αρκετά η σοκολάτα προσθέτετε και την σαντιγί και πάλι με απαλές κυκλικές κινήσεις, ομογενοποιείται τα υλικά να γίνουν μία ρευστή μάζα.

Βγάζετε το παντεσπάνι από το τσέρκι και ξεκολλάτε το αλουμινόχαρτο. Το βάζετε στο κέντρο ενός στρογγυλού ταψιού με αποσπώμενο πάτο και διάμετρο 25 - 27 εκατοστά., το περιχύνετε με την μους να πάει παντού να καλύψει πλήρως το παντεσπάνι. Το καλύπτετε με σελοφάν και το βάζετε στο ψυγείο τουλάχιστον 5-6 ώρες να πήξει καλά. Το ξεφορμάρετε από το ταψί και το βάζετε (εγώ το άφησα μαζί με τον αποσπώμενο πάτο) σε μία πιατέλα. Μπορείτε να το πασπαλίσετε με λίγο κακάο, ή με φλούδες σοκολάτας που έχετε φτιάξει με μία πλάκα σοκολάτας που έχετε μαλακώσει ελαφρά αφήνοντας την εκτός ψυγείου, και με το μαχαιράκι που χρησιμοποιείτε για να κόβετε φλούδες παρμεζάνας. Αν δεν έχετε τέτοιο και με το ξεφλουδιστήρι τις πατάτας θα κάνετε τη δουλειά σας. Σας λεω πολύ επαγγελματικό αποτέλεσμα!

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Η Ταινία

Χτες είδα μία πάρα μα πάρα πολύ ωραία ταινία. Τα σφραγισμένα χείλη. Γενικά βλέπω ταινίες και βέβαια έχω δει ωραιότερες ταινίες, αλλά για αυτήν συγκεκριμένα θέλω να γράψω. Υπάρχουν πολλοί λόγοι.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που άκουσα για αυτήν είναι ότι έχουν ξεσηκωθεί – ως συνήθως βέβαια – οι Εβραίοι, και φωνάζουν γιατί παρουσιάζει με συμπάθεια μία ναζίστρια. Διάβασα επίσης ότι πρόκειται για ταινιάρα, με καταπληκτική ερμηνεία της Κειτ Γουινσλετ (ναι αυτής της μπατάλο που έπαιζε στον τιτανικό).

Πολλοί μου είπανε ότι δεν θέλουν να το δουν γιατί αφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θα τους καταθλίψει, και στο κάτω κάτω τι άλλο έχουμε να μάθουμε και να πούμε για αυτό το θέμα; Λάθος μέγα.

Δεν θέλω να σας πω πολλά, γιατί θέλω να πάτε να την δείτε, ένα μόνο σας λεω η ταινία δεν αφορά στο ολοκαύτωμα, δεν αφορά στους Ναζί, δεν αφορά στον πόλεμο. Τα χρησιμοποιεί, ως πλαίσιο συνθηκών, για να μας δείξει, μία σειρά από θέματα ανθρώπινης ψυχολογίας από τα πιο προφανή, μέχρι τα πιο απόκρυφα. Είναι πολλά τα θέματα που ακουμπάει, τόσο πολλά που μάλλον σου διαφεύγουν τα περισσότερα. Ένα όμως θέλω να αναφέρω, κυρίως γιατί με απασχολεί πολλά χρόνια. Οι τύψεις ενός λαού.

Πριν πολλά χρόνια, ένας αγαπητός φίλους μου, που σπούδασε και έζησε πολύ στην μεταπολεμική Γερμανία, μου είχε πει κάτι που με είχε εξοργίσει, εκείνη την εποχή. Δεν το θυμάμαι ακριβώς αλλά ήταν κάτι σαν «είχαν και οι εβραίοι τις ευθύνες τους για την αντίδραση των γερμανών, το ολοκαύτωμα δεν ήταν υπόθεση ενός τρελού μόνο, ήταν ακραία αντίδραση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα». Τα είχα πάρει τότε στο κρανίο, τον είπα ναζιστή, και άλλα κολακευτικά, και δεν ξανασυζήτησα μαζί του αυτό το θέμα.

Πλέον βλέπω και εγώ, και πολλοί άλλοι, το θέμα με άλλη οπτική γωνία, έχουν περάσει και χρόνια, έχω γνωρίσει πολλούς Γερμανούς, και μπορώ να ξεχωρίσω την δικιά τους ιδιαιτερότητα, την ιδιοσυγκρασία τους (όλοι οι λαοί έχουν την ιδιαιτερότητά τους). Έχουν πλέον κάνει και οι Εβραίοι τα δικά τους εγκλήματα, τα δικά τους ολοκαυτώματα, μας έχουν ζαλίσει χρόνια τώρα με την προπαγάνδα τους, και την προσπάθειά τους να μας καταστήσουν υπεύθυνους και να μας δημιουργήσουν τύψεις. Έτσι με τούτα και με εκείνα τα βλέπω διαφορετικά τα πράγματα. Προσοχή τι λεω, τα βλέπω διαφορετικά, δεν τα δικαιολογώ.

Τέλος πάντων, είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που η γενιά της μεταπολεμικής Γερμανίας χειρίσθηκε το θέμα και του πολέμου, και του ολοκαυτώματος. Η ανάγκη για λήθη, η ανάγκη για αποχώρηση. Το ίδιο εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος που η μετέπειτα γενιά αντιμετώπισε το θέμα. Η προσπάθεια να το βγάλει από τη λήθη, να το παραδεχτεί.

Ένας Γερμανός φίλος μου, στην ηλικία μου, μου έλεγε ότι μεγάλωσε σε μία οικογένεια που το θέμα του πολέμου, δεν αναφερόταν ποτέ, και είναι σίγουρος ότι ο πατέρας του ήταν στρατιώτης, ήταν «ναζί», αν και ποτέ κανένας δεν του το είχε πει. Δύσκολο να μεγαλώσεις σε τέτοια εκκωφαντική σιωπή. Ακόμα πιο δύσκολο να καταλάβουμε εμείς, οι Έλληνες, οι νικητές, με τις μεγάλες απώλειες, με τα πολλά θύματα, αυτή την ιδιοσυγκρασία. Δύσκολο να καταλάβουμε αυτή τη σιωπή.

Αυτό είναι το μόνο θέμα της ταινίας που θέλω να σας αναφέρω, αν και τα άλλα ζητήματα που θέτει, «ο δεσμοφύλακας», η συμπεριφορά ενός ανθρώπου χαμηλής «αντίληψης» μπροστά σε ένα τόσο μεγάλο ζήτημα, ο έρωτας, η ανάγκη να αγαπηθείς, η ικανότητα συχώρεσης, η προδοσία, «ο αποδιοπομπαίος τράγος», όλα αυτά τα θέματα είναι μάλλον πιο σημαντικά και ουσιώδη, αλλά ..... δείτε την ταινία και πάμε για ουίσκια να την κουβεντιάσουμε.

Γιατί αγαπητοί μου, .... η υπόθεση σηκώνει «βίσκια» και ξηροκάρπια.

Δεν έχει συνταγή σήμερα, δεν προλαβαίνω.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Τσιμέντο

Η πιο σωστή λύση για την καθαριότητα ενός χώρου, είναι η τσιμεντοποίηση. Το πιο ωραίο πράσινο είναι το τσιμεντένιο. Φανταστείτε το, ρίχνεις μπόλικο μπόλικο τσιμέντο, πάνω στο χώμα, που παλιά μάζευε όλη τη βρωμιά του Ελληνάρα, το βάφεις και πράσινο και έτσι έχεις τη καλύτερη και οικονομικότερη λύση στο πρόβλημα.

Τελευταία άκουσα από πολλούς αυτό το στόρυ, μαζί με πολλά και ευφάνταστα επιχειρήματα περί ανάπτυξης, και παρωχημένων ιδεών που έχουν κάποιοι που θέλουν πάρκα, και κήπους, και πράσινο. Ως γνωστόν το πράσινο δεν αποφέρει πόρους, δεν φτιάχνονται γήπεδα και πάρκινγκ με το πράσινο κύριοι!!

Φαίνεται ότι όσοι θέλουν εκείνο το ρημάδι το παρκάκι στην Κυψέλη να μείνει παρκάκι, άντε να καθαριστεί και λίγο, είναι εναντίων τις προόδου και της ανάπτυξης, έχουν αναχρονιστικές ιδέες, για να μην σας πω ότι είναι βρομιάρηδες.

Ενώ εμείς που είμαστε άνθρωποι της προόδου, και της ανάπτυξης (να μην μιλήσω για την επανίδρυση!!) αφήνουμε τα πάρκα να γίνουν σκουπιδότοποι, λέμε ότι δεν έχουμε χρήματα να τα φτιάξουμε, και στο τέλος αποφασίζουμε να τα κάνουμε πάρκινγκ. Βρίσκουμε και τη λύση να ρίξουμε 1,5 μέτρο χώμα από πάνω ώστε να πειστούν τα ζώα ότι θα φυτρώσουν εκεί πεύκα, και άλλα μεγάλα δέντρα – το γεγονός ότι σε αυτό το σημείο οι γεωπόνοι σκίζουν τα διπλώματά τους, μας αφήνει τελείως αδιάφορους, και φτιάχνουμε το «προτζεκ» με κάποιον ιδιώτη.

Μην έχετε απορίες γιατί εδώ και 25 χρόνια η δημοτική αρχή – που διοικείτε από τον ίδιο κομματικό χώρο μην το ξεχνάμε αυτό, εδώ έχουν ξεπεράσει κατά πολύ την 20-ετία των άλλων - δεν έχει βρει χρήματα για να φτιάξει αυτό και τα άλλα πάρκα της Αθήνας, η απάντηση είναι προφανής, αφού ψηφίζουμε τους ίδιους τόσα χρόνια γιατί να φτιάξουν κάτι;; έτσι και αλλιώς η κύρια Τσουτσουνοπούλου των Βορείων Προαστίων που ψηφίζει αυτά τα «αμόρφωτα ζα» (μιας και γεννήθηκε στο Μεταξουργείο) δεν ενδιαφέρετε για το πάρκακι στην Κυψέλη, αλλά για το πάρκινγκ στην Κυψέλη ώστε να βρίσκει να παρκάρει όταν επισκέπτεται την άρρωστη Θεία Φρώσω.

Έτσι και στο Άλσος Παγκρατίου ο «γνωστός για την περιβαλλοντική του ευαισθησία δήμαρχός μας», θέλει να κάνει λέει θέατρο, για να παίζει τα αριστουργήματά της, αυτή η ηθοποιός που έχει μαζέψει (ούτε πως τη λένε θυμάμαι, ούτε και με νοιάζει). Τώρα το αν το θέλει κανείς άλλος αυτό το θέατρο και κυρίως οι Παγκρατιώτες, αυτό είναι ανούσια λεπτομέρεια.

Αν σας αρέσει κύριοι, τσιμέντο, ..., μόνο τούτο διαθέτει το κατάστημα, τίποτις άλλο. Αν πάλι δεν σας αρέσει, κακώς γιατί όπως είπε σήμερα και εκείνος ο μέγας δημοσιογράφος, ο Οικονόμου στην ΝΕΤ, έτσι είναι η δημοκρατία, γίνεται αυτό που θέλουν οι πολλοί! Έλα όμως που εμένα μου φαίνεται ότι δεν γίνετε αυτό που θέλουν οι πολλοί, αλλά αυτό που θέλει ο δήμαρχος μόνο, και αυτό μπορεί μεν να είναι δημοκρατικό κατ΄ επίφαση, αλλά ελπίζω μία μέρα, τα νερά μίας πλημμύρας που θα δημιουργηθεί γιατί δεν υπάρχουν αυτά τα πευκάκια να τα κρατήσουν, να πάνε και να πλημμυρίσουν το σπιτάκι του αγαπημένου μου δημάρχου.

Για αυτό το λόγο, το εδώ γίνετε αυτό που θέλουν οι πολλοί εννοώ, φωνάζουμε και τα ΜΑΤ, πλακώνουν κάτι γριούλες που έχουν μαζευτεί εκεί μπας και σώσουν τα δενδράκια, ρίχνουν και 5-6 δακρυγόνα να υπάρχουν, κανα δύο κρότου λάμψης, και όλα αυτά μέσα στη δημοκρατική χαρά και ευδαιμονία.

Γιατί πάνω απ΄ όλα είμαστε δημοκράτες, αγαπάμε το πράσινο (στην τσιμεντένια του όμως μορφή) και επιθυμούμε την ανάπτυξη και την πρόοδο. Και στο φινάλε, εμείς σας κάνουμε πάρκινγκ για τα αυτοκίνητά σας, τι θέλετε!

Πάντα μου άρεσαν τα θεμελιώδη διλήμματα «πάρκινγκ ή πράσινο», δείχνουν το επίπεδο του πολιτισμού μας, και της ασχετοσύνης μας.

Τέλος, μην ξεχνάμε ότι κάτι τέτοια μυαλά το ΄60 τσιμέντωσαν όλη την Αθήνα, άνοιξαν την κερκόπορτα των αντιπαροχών και έκτοτε ζούμε στην πιο άσχημη πόλη του κόσμου. Ήταν τότε υπέρ της προόδου και της ανάπτυξης.

Σήμερα ένα ανατολίτικο ορεκτικό, εύκολο, αλλά θέλει και την προετοιμασία του. Χούμους ...κυρίες και κύριοι, το αγαπημένο φαγητό των Παλαιστινίων.

Χούμους

150 γραμμάρια ρεβίθια που τα έχετε μουλιάσει από την προηγούμενη για 10-12 ώρες περίπου
100 γραμμάρια ταχίνι
μισή κουταλιά κύμινο
μπόλικο πιπέρι ή μισή κουταλιά σκόνη τσίλι ή 3 σταγόνες ταμπάσκο
1 κουταλιά της σούπας λάδι
3 κουταλιές της σούπας λεμόνι
αλάτι κατα το δοκούν
Κουκουναρόσποροι προαιρετικά.

Σουρώνετε τα ρεβίθια και τα βράζετε σε φρέσκο κρύο νερό, για 2 ώρες περίπου ή μέχρι να μαλακώσουν πολύ. Κατά διαστήματα μπορείτε να τα ξαφρίζετε. Τα σουρώνετε και κρατάτε λίγο από το ζουμί τους. Χτυπάτε τα ρεβίθια στο μούλτι ή στο μπλέντερ, προσθέτοντας λίγο από το ζουμί τους μέχρι να γίνουν μία απαλή μάζα. Προσθέτετε και τα υπόλοιπα υλικά εκτός από το κουκουνάρι και τα ομογενοποιείτε. Σε περίπτωση που σας βγει σφιχτό ίσως να χρειαστεί να προσθέσετε λίγο από το ζωμό τους. Αν σας αρέσει μπορείτε να προσθέσετε και μία σκελίδα σκόρδο. Σερβίρετε στο χούμους σε ένα μπολ, το ραντίζετε με λίγο λάδι και βάζετε από πάνω το κουκουνάρι. Θέλει βέβαια ζεστές αραβικές πίτες.

Πρόσφατα έφαγα και χούμους με αρακά αντί για ρεβίθια. Ήταν το ίδιο νόστιμο αλλά δεν το έχω φτιάξει ακόμα και άρα δεν μπορώ να σας το προτείνω. Αν θέλετε όμως δοκιμάστε μόνοι μας.